«Περί Ποίησης»

Αρθρο του Γεράσιμου Δουβίτσα   Αν. Καθηγητής ΕΚΠΑ

 

Η ποίηση σκιαγραφεί μια στάση ζωής και ιδρύει ένα είδος τάξης στον κόσμο,   άπειρα τα ερωτήματα ως προς το τι ακριβώς είναι, μηδαμινές όμως οι απαντήσεις.

‘Όπως είναι γνωστό. η ποίηση δημιουργεί σύνθετες σκέψεις και συναισθήματα, όπου ο αναγνώστης πρέπει να διαθέσει χρόνο, προκειμένου να εξοικειωθεί με τις έννοιες και τους συμβολισμούς της γλώσσας.
Η ερμητική γλώσσα του ποιήματος απαιτεί προσοχή και συγκέντρωση και ξεδιπλώνεται μονάχα σ’ αυτούς που είναι έτοιμοι να καταβάλουν την πνευματική προσπάθεια που χρειάζεται, ώστε να αποκωδικοποιηθούν οι συμβολισμοί.

Η ποιητική δημιουργία μπορεί να ιδωθεί σε δύο κατευθύνσεις.
Από τη μια μεριά έχουμε τον ποιητή να διαθέτει  μια αυξημένη ετοιμότητα στη λήψη των μηνυμάτων μιας ολοένα αποκαλυπτόμενης αλήθειας, κι από την άλλη τον ποιητή  εκφραστή του ανθρώπινου πάθους. Δηλαδή αυτόν που μιλάει για τον πόνο, τη χαρά, τους καημούς, τις έγνοιες, τις ελπίδες, την απογοήτευση, την αγωνία, τον έρωτα και με τον στίχο του,  μας μεταφέρει σ’  ένα κλίμα συγκινησιακών εμπειριών.

Το δύσκολο της  ποίησης οφείλεται στο γεγονός ότι, εξ αντικειμένου ασχολείται με όλα αυτά τα τόσο δυνατά, όπως η αγάπη, ό έρωτας, η ζωή, ο θάνατος, η απώλεια, η θλίψη, η ηδονή, χρησιμοποιώντας ως εργαλείο τις λέξεις, που είναι το πιο επισφαλές μέσο. Όποια μορφή κι όποια πληρότητα κι αν δοθεί σ’ αυτές,  δεν μπορούν να εκφράσουν μια καρδιά ή μια ψυχή όταν είναι γεμάτη από αισθήματα.

Λόγου χάρη, στο πεδίο της ερωτικής ποίησης και στην αέναη μάχη μεταξύ γλώσσας και συναισθήματος, δεν υπάρχει νικητής. Η γλώσσα προσπαθεί να χαλιναγωγήσει το συναίσθημα και το συναίσθημα να στραγγαλίσει τη γλώσσα.

Κατά κανόνα όλα  τα ποιήματα του  ένας ποιητής τα  γράφει αποκλειστικά για την ικανοποίηση της  δική του εσωτερικής ανάγκης, για δική του ευχαρίστηση.  Γράφοντας και τυπώνοντας αυτά σ’  ένα χαρτί, είναι ίσως ο καλύτερος τρόπος γνωριμίας με τον εαυτό του.

Αν έστω και λίγο επιτυγχάνεται η απόδοση των συναισθημάτων του μέσω αυτών, τότε μπορεί να επικαλεστεί τον Αριστοτέλη, που λέει ότι: εκ φύσεως  όλοι μας απολαμβάνουμε κάθε μίμηση, ή κάθε αναπαράσταση και βρίσκουμε ευχαρίστηση σ’  αυτά, γιατί σύμπασα η γνώση είναι κατά φυσικό τρόπο ευάρεστη, όχι μόνο στον φιλόσοφο, αλλά και στην ανθρωπότητα εν γένει.

Φυσικά,  όταν πρόκειται για ποιητική αναπαράσταση, τότε κάτι επιπλέον απαιτείται. Πρέπει όχι μόνο να ενδιαφέρει,  αλλά και να εμπνέει και να τέρπει τον αναγνώστη.  Πρέπει να κομίζει μαγεία και να επιχέει χαρά.

Όχι μόνο η ποίηση, αλλά και ολόκληρη η τέχνη, λέει ο Σίλλερ, είναι αφιερωμένη στη χαρά και δεν υπάρχει ανώτερος  και σοβαρότερος, στόχος, από το πώς να κάνει τους ανθρώπους ευτυχισμένους.
Αληθινή τέχνη είναι μόνο αυτή που προκαλεί την ύψιστη ευχαρίστηση.

Η αφαιρετική δύναμη της ποιητικής  γλώσσας έγκειται κατά πολύ στην δυνατότητα δημιουργίας νέων λεκτικών σχημάτων, ή νέων λέξεων, με πυρακτωμένο φορτίο, με φθόγγους και σκόρπια γράμματα.
Το δάσος των λέξεων που απλώνουν κλαδιά στο ουρανό και ρίζες στο χώμα, είναι απέραντο. Όσο βαθύτερα σκάβεις τόσο ανοίγεται ο κόσμος πολεμώντας την μαύρη στάχτη του θανάτου.

Κάθε λέξη σημαίνει κάτι, ενίοτε και περισσότερα, ανάλογα με τη θέση της στον στίχο. Στη σωστή θέση είναι αναντικατάστατη. Λίγο να μετακινηθεί γκρεμίστηκε το οικοδόμημα,  διαλύεται  ο Ποίημα.

Φυσικά, οι μεγάλοι ποιητές μοιάζουν με  μουσικό όργανο που,  όπως κι αν χαϊδέψεις τις χορδές του, εκείνο θα σημάνει Ποίηση.
Αλήθεια, πόσοι μπορούμε να σηκώσουμε αυτό το άχθος;

Πάντως, είναι αλήθεια ότι, πάντα  η Ποίηση είναι πιο δυνατή από τον Ποιητή. Όσο ταλαντούχος κι αν είναι, δεν μπορεί να την υποτάξει πλήρως, δεν μπορεί να την υπερβεί. Πάντα κάτι περισσεύει.

Δυο λόγια ακόμη, σχετικά με τη σύγχρονη ποίηση, με το σύγχρονο  ελεύθερο στίχο.

Παραθέτω  ένα τυπικό παράδειγμα σύγχρονης ποίησης.
(είναι ένα απόσπασμα από το ποίημα «ΠΟΙΗΣΗ» του Αργύρη Χιόνη, και από τη συλλογή  «Η Φωνή της Σιωπής», Νεφέλη 2006)

ΠΟΙΗΣΗ
Η ποίηση είναι ένα ποτήρι αδειανό
που το γεμίζουμε με το αίμα μας.
Ύστερα το προσφέρουμε στους άλλους
ή δεν το προσφέρουμε αλλά μας το παίρνουν
και το μυρίζουν και το δοκιμάζουν
και μιλάνε για το χρώμα του
και αναλύουνε στο μικροσκόπιο τη σύνθεσή του
και το ταξινομούν σε ομάδες
και βρίσκουνε συχνά μικρόβια
και μας καταδικάζουν.
………..

Ο ελεύθερος στίχος εμφανίζεται και γίνεται αρχικά αντιληπτός ως ρήξη με την παράδοση, ως δυναμική προβολή του μοντέρνου στην ποίηση, ως εγγύηση ενός κριτικά ανανεωτικού μέλλοντος.
Στον ελεύθερο στίχο η οργάνωση του ποιήματος καταρρίπτει την έννοια της αρμονίας, όπως αυτή είχε εννοηθεί στα πλαίσια της συνθετικής αστικής σκέψης, δηλαδή ως συνύπαρξη του ωραίου με το αληθινό σύμφωνα με τους κανόνες.
Η σημαντική αυτή αλλαγή, από την αυστηρή έμμετρη οργάνωση στην ελευθερία του στίχου, οφείλεται και στην διάθεση να ανανεωθεί η ίδια η ποίηση, οδηγώντας την από την παράδοση στον μοντερνισμό. Εξάλλου η μετάβαση αυτή αποτέλεσε μια γενικότερη πορεία της τέχνης από τις αρχές του 20ου αιώνα, προς όλο και λιγότερο οργανωμένες μορφές, κάτι που φαίνεται πολύ πιο καθαρά στην αφηρημένη τέχνη, αλλά και στις σύγχρονες μουσικές ή και αρχιτεκτονικές μορφές.
Φυσικά πρέπει να γίνει η διάκριση μεταξύ που ελεύθερου και του λεγόμενου ελευθερωμένου στίχου.
Ο ελευθερωμένος στίχος, ο οποίος ουσιαστικά προηγήθηκε και προετοίμασε το έδαφος για τον ελεύθερο στίχο, έχει μέτρο και παραμένει ίδιος σε όλο το ποίημα, ενώ δεν αποκλείεται να διαθέτει και ομοιοκαταληξία. Η πρωτοτυπία του είναι ότι οι ελευθερωμένοι στίχοι είναι ανισοσύλλαβοι.
Από την  άλλη πλευρά ο ελεύθερος στίχος, εκτός του ότι δεν έχει ομοιοκαταληξία, μπορεί να είναι ετερόμετρος ή και τελείως άμετρος.
Η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον ελευθερωμένο  και τον ελεύθερο στίχο δεν είναι τόσο μορφολογική όσο ουσιαστική. Ο ελεύθερος στίχος εκφράζει ένα εντελώς νέο ποιητικό περιεχόμενο και μια νέα αντίληψη για τη φύση και τη λειτουργία του ποιητικού λόγου.
Στην ελληνική λογοτεχνία ο ελεύθερος στίχος εμφανίζεται με το έργο των ποιητών της γενιάς της δεκαετίας  του 1930, αφού τον είχαν ήδη προετοιμάσει από τις προηγούμενες  δεκαετίες , ο Τάκης Παπατσώνης και ο Άγγελος Σικελιανός.
Τέλος, η Ποίηση αρχικά με την έλευση του μοντερνισμού και κυρίως με την επιρροή του Μετα-μοντερνισμού,  (όπου υπάρχει η καθολική άρνηση της φόρμας)  έχει εγκαταλείψει τη μουσικότητά της,   έχει εγκαταλείψει το μέτρο και την ομοιοκαταληξία και έχει υιοθετήσει περισσότερες ελευθερίες στην ανάπτυξη των νοημάτων της.
Από την «Ιθάκη» του Καβάφη και το «Μυθιστόρημα» του Σεφέρη, μέχρι τα «Επίμετρα» του Κώστα Μόντη και την ποίηση της Δημουλά, η ποίηση έχει πια σταματήσει να χρησιμοποιεί παραδοσιακές τεχνικές και σχήματα.

Η ποίηση συμβαίνει για να ανοίγει χαραματιές στο συμβατικό τίποτα.
Ούτως ή άλλως, η ποίηση είναι ένα υπομόχλιο για να σπρώχνουμε τον κόσμο λίγο πιο κει,  για να μπορεί το δένδρο της δημιουργίας να καρποφορεί ανεμπόδιστα.

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s