ΤΟ ΕΠΙΘΕΤΟ : ΑΡΑΒΑΝΗΣ ΤΩΝ ΚΑΡΣΑΝΩΝ ΤΗΣ ΛΕΥΚΑΔΟΣ ΠΡΟΕΡΧΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ‘’ΑΡΑΒΑΝΙ’’ ΤΗΣ ΚΑΠΑΔΟΚΙΑΣ.

Ζωγραφικὴ ἀπεικόνιση: Τὸ ὀρεινὸ χωριὸ Ἀραβάνι τῆς Καππαδοκίας (ὑψόμετρο 1200μ.)

Φωτογραφία μιὰ πλευρὰ τῆς Καρυᾶς Λευκάδος τὸ 1909 (ὑψόμετρο 850μ.).
Πρόλογος
Τὸ ἐπώνυμο Ἀραβανῆς στὴν Καρυὰ δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα ὄνομα, ἀλλὰ ἕνας «χάρτης» ποὺ δείχνει πίσω, πρὸς τὴν Ἀνατολή,θυμίζοντας τὴν καταγωγὴ τῶν πρώτων οἰκιστῶν. Ἀπό τὸν πρῶτο ἔφιππο ταχυδρόμο μὲ τὸ ὄνομα: Ἄραβανῆς ποὺ δάμαζε τὰ βουνὰ τῆς Λευκάδας μέχρι τὶς γυναῖκες ποὺ κουβαλοῦσαν τὸ νερὸ τῆς πηγῆς στὸ κεφάλι, ἡ οὐσία παραμένει ἡ ἴδια: ἕνας πολιτισμὸς ποὺ δὲν λυγίζει, ποὺ ξέρει νὰ κουβαλάει τὸ βάρος του μὲ ἀξιοπρέπεια. Οι πρῶτοι Ἀραβαναῖοι κάτοικοι ἀπὸ τὸ Ἀραβάνι τῆς Καππαδοκίας, κυνηγημένοι γιά τήν ὀρθόδοξη χριστιανική πίστη τους, καὶ ἀναζητῶντας νέα πατρίδα, δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ ριζώσουν πουθενὰ ἀλλοῦ παρὰ μόνο ἐκεῖ ποὺ τὸ βουνὸ ἔβγαζε τὸ ἴδιο «ζωντανὸ» νερὸ : τὴν Καρυά Λευκάδος. Ἡ φλόγα τῆς Ἀνατολῆς δὲν ἔσβησε, γιατί μετατράπηκε σὲ καθημερινὴ κίνηση: τὸ σκύψιμο στὴν πηγή, τὸ γέμισμα τοῦ τζέτζερη καὶ ἡ περήφανη ἀνηφόρα ἢ κατηφόρα πρὸς τὸ σπίτι.

Τὸ νερό, ὡς ἡ ἀπόλυτη πηγὴ ζωῆς, εἶναι ὁ συνδετικὸς κρίκος ποὺ «πότισε» τὶς ρίζες αὐτῶν τῶν δύο τόπων. Στὸ Ἀραβάνι τῆς Καππαδοκίας καὶ τὴν Καρυὰ τῆς Λευκάδας, τὸ νερὸ δὲν ἦταν ἁπλῶς ἕνα ἀγαθό, ἀλλὰ ἡ ἴδια ἡ ἐπιβίωση ποὺ σφυρηλάτησε τὸν χαρακτῆρα τῶν ἀνθρώπων. Τὸ τρεχούμενο, κρύο νερὸ ποὺ ἀνάβλυζε ἀπὸ τοὺς βράχους θεωροῦνταν εὐλογία. Γύρω ἀπὸ τὶς βρῦσες χτίστηκε ὅλη ἡ κοινωνικὴ δομὴ τῶν δύο χωριῶν, αὐτό τῆς Καππαδοκίας (τὸ Ἀραβάνι) καὶ τῆς Καρυᾶς Λευκάδος. Οι γυναῖκες, κουβαλῶντας τὴ «ζωὴ» πάνω στὴ τζέτζερη (τὸν παραδοσιακό κεφαλόδεσμο), ἀπέκτησαν αὐτὴ τὴν ἀγέρωχη κορμοστασιὰ ποὺ τὶς ἔκανε νὰ μοιάζουν μὲ ζωντανὲς κολῶνες τοῦ σπιτιοῦ τους. Αὐτὴ ἡ «φλόγα» ποὺ ξεκίνησε ἀπὸ τὰ καθαρὰ νερά τῆς Καππαδοκίας καὶ φούντωσε στὶς πηγές τῆς Καρυᾶς, ἀποδεικνύει ὅτι ὅσο ὑπάρχει τρεχούμενο νερὸ καὶ ἄνθρωποι τὸ τιμοῦν, ἡ ἱστορία καὶ ἡ καταγωγὴ δὲν χάνονται ποτέ. Εἶναι ἡ αἰώνια ροὴ τῆς ζωῆς ποὺ κουβαλᾶμε μέσα μας. Ὅπως ἡ πέστροφα ταξιδεύει σὲ ἄγνωστα νερά, ἔτσι καὶ οἱ πρῶτοι Ἀραβανῆδες ἔφτασαν στὴν ὀρεινὴ Καρυὰ τῆς Λευκάδας.
Δὲν διάλεξαν τυχαῖα αὐτὸ τὸ μέρος· διάλεξαν ἕναν τόπο ποὺ εἶχε τὸ ἴδιο «ζωντανὸ» νερό, τὴν ἴδια ὀρεινὴ περηφάνια. Το ἐπίθετο Ἀραβανῆς δὲν εἶναι ἁπλῶς μιὰ λέξη σὲ μιὰ ταυτότητα. Εἶναι τὸ «DNA» μιᾶς διαδρομῆς ποὺ ξεκίνησε ἀπὸ τὰ καθαρὰ νερὰ τῆς Ἀνατολῆς καὶ ρίζωσε στὰ πλατάνια τῆς Καρυᾶς. Εἶναι ἡ ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου νὰ ξέρει ὅτι, ὅσο μακριὰ κι ἂν φτάσει, ἡ πηγή του παραμένει καθαρὴ καὶ τὸν περιμένει. Ὁ ἑλληνισμὸς τῆς Καππαδοκίας δὲν ἦταν ἁπλῶς μιὰ παρουσία, ἦταν ἕνας πολιτισμὸς «λαξευτός», ὅπως τὰ σπίτια στὸ χωριό Ἀραβάνι, ποὺ ἄντεξε αἰῶνες ἀπομόνωσης. Όπως ἡ πέστροφα , ἔτσι καὶ ἡ μνήμη τοῦ ἑλληνισμοῦ τῆς Ἀνατολῆς ἔχει τὴν δύναμη νὰ κολυμπᾶ κόντρα στὸ ρεῦμα τῆς λήθης. Ὅσο ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ ἀναζητοῦν τὴν ρίζα τους ἀνάμεσα στὸν τζέτζερη τῆς Καρυᾶς Λευκάδας καὶ τὶς πηγὲς τοῦ χωριοῦ Ἀραβανίου στην Μικρα Ἀσία, ἡ Καππαδοκία δὲν θὰ σβήσει ποτέ. Εἶναι τὸ «ζωντανὸ τρεχούμενο νὲρὸ» ποὺ κυλάει στὴν μνήμη μας, καὶ συνεχίζει ὡς αἷμα στὶς φλέβες μας.-
ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΕΡΕΥΝΑ
Τὸ χωριὸ Ἀραβάνη (ἢ Ἀραβάνι, τουρκικά: Aravan) εἶναι ἕνας ἱστορικὸς οἰκισμός τῆς Καππαδοκίας στὴ Μικρὰ Ἀσία, ὁ ὁποῖος σήμερα ἔχει μετονομαστεῖ σὲ Kumluca. Οἱ Ἕλληνες τοῦ Ἀραβανί ἦταν

ἑλληνόφωνοι, μιλοῦσαν δηλαδὴ τὴν καππαδοκικὴ διάλεκτο, σὲ ἀντίθεση μὲ ἄλλα χωριὰ τῆς περιοχῆς ποὺ ἦταν τουρκόφωνα. Τὸ χωριὸ διέθετε ἑλληνικὸ σχολεῖο καὶ τὴν ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, ἡ ὁποία ἦταν τὸ ἐπίκεντρο τῆς θρησκευτικῆς ζωῆς. Τὸ Ἀραβάνι (Aravan) ἦταν ἕνα κατ’ ἐξοχὴν ὀρεινὸ καὶ ἡμιορεινὸ χωριό. Βρίσκεται σὲ ὑψόμετρο περίπου 1.100 μὲ 1.200 μέτρων, χτισμένο στὶς πλαγιὲς μιᾶς κοιλάδας στὸ ὑψίπεδο τῆς Καππαδοκίας. Αὐτὸ τὸ ὀρεινὸ ἀνάγλυφο καθόρισε ὅλη τὴ ζωὴ καὶ τὴν ἱστορία του:
Τὸ γεγονὸς ὅτι ἦταν ὀρεινὸ καὶ κάπως ἀποκομμένο βοήθησε τοὺς κατοίκους νὰ διατηρήσουν τὴν ἑλληνική τους γλῶσσα (τὴν καππαδοκικὴ διάλεκτο) ἀναλλοίωτη, σὲ ἀντίθεση μὲ ἄλλα πεδινὰ χωριὰ ποὺ εἶχαν γίνει τουρκόφωνα. Τὸ ὀρεινὸ περιβάλλον ἦταν ἰδανικὸ γιὰ τὴν ἐκτροφὴ τῶν τοπικῶν ἀνθεκτικῶν ἀλόγων, τὰ «ἀραβάνια» ἄλογα ἀπο τὸ χωριὸ Ἀραβανί πού ἦταν μαθημένα νὰ κινοῦνται μὲ ἀσφάλεια σὲ τέτοια δύσβατα μονοπάτια. Ὁμοιότητα μὲ τὴν Καρυά Λευκάδος: Ὑπάρχει μιὰ ἐντυπωσιακὴ σύμπτωση: οἱ Ἀραβανῆδες ποὺ ἔφυγαν ἀπὸ τὸ ὀρεινὸ Ἀραβάνι τῆς Καππαδοκίας, κατέληξαν νὰ ριζώσουν στὴν ὀρεινὴ Καρυὰ τῆς Λευκάδας (ὑψόμετρο 850μ.), ἐπιλέγοντας ἕνα περιβάλλον ποὺ τοὺς θύμιζε τὴν παλιά τους πατρίδα. Σήμερα, τὸ χωριὸ διατηρεῖ αὐτὴ τὴν «ὀρεινὴ γοητεία» του, μὲ τὰ σπίτια νὰ μοιάζουν σὰν νὰ κρέμονται ἀπὸ τοὺς βράχους τῆς κοιλάδας.

Φωτογραφία (ἐπάνω) χωριοῦ Ἀραβάνι Καππαδοκίας.

Φωτογραφία σήμερα τῆς Καρυᾶς Λευκάδος.
Οἱ Βενετοὶ ἐφάρμοσαν μιὰ πολὺ συγκεκριμένη πολιτικὴ προσέλκυσης χριστιανικῶν πληθυσμῶν στὴ Λευκάδα (Santa Maura) μετὰ τὴν ὁριστικὴ κατάληψή της τὸ 1684, προσφέροντας κίνητρα σὲ ὅσους ἔρχονταν ἀπὸ τὴν «Ἀνατολὴ» (Levante/Anatolia) γιὰ νὰ γλιτώσουν ἀπὸ τὴν ὀθωμανικὴ καταπίεση.
Ἡ Φυγὴ πρὸς τὰ Ἑπτάνησα: Αὐτὲς ἀκριβῶς οἱ συνθῆκες ἀνάγκασαν πολλὲς οἰκογένειες νὰ ἐγκαταλείψουν τήν Καππαδοκία πολὺ πρὶν τὸ 1800. Ἀναζητοῦσαν περιοχὲς ὑπὸ χριστιανικὴ κυριαρχία (ὅπως ἡ Λευκάδα ποὺ ἦταν ὑπὸ τοὺς Ἑνετούς). Ἐκεῖ μποροῦσαν νὰ ζήσουν ἐλεύθερα, νὰ χτίσουν ἐκκλησίες καὶ νὰ διατηρήσουν τὴν περιουσία τους. Οἱ Βενετοὶ ἐξέδωσαν διατάγματα ποὺ ἐπέτρεπαν σὲ χριστιανοὺς πρόσφυγες νὰ ἐγκατασταθοῦν σὲ ἀκαλλιέργητες ὀρεινὲς περιοχὲς (ὅπως ἡ Καρυά). Οἱ οἰκογένειες Ἀραβανῆ, φτάνοντας στὸ νησὶ ἐκείνη τὴν περίοδο (τέλη 17ου – ἀρχὲς 18ου αἰῶνα), ἐπωφελήθηκε ἀπὸ αὐτὰ τὰ διατάγματα. Τὸ ὄνομα «Ἀραβανῆς» λειτούργησε ὡς ἀποδεικτικὸ χριστιανικῆς καταγωγῆς ἀπὸ τὴν Ἀνατολή, ἐξασφαλίζοντάς τους τὴν προστασία τῆς Δημοκρατίας τοῦ Ἁγίου Μάρκου. Ἡ Δημοκρατία τοῦ Ἁγίου Μάρκου (Βενετία), στὴν προσπάθειά της νὰ θωρακίσει τὰ νησιὰ ἀπὸ τὴν ὀθωμανικὴ ἐξάπλωση καὶ νὰ ἐνισχύσει τὸν πληθυσμὸ μὲ ἔμπειρους πολεμιστὲς ἢ καλλιεργητές, παρεῖχε προνόμια σὲ χριστιανοὺς πρόσφυγες ἀπὸ τὴν Ἀνατολή.
Το ὄνομα Ἀραβανῆς, δηλώνοντας ξεκάθαρα τὴν προέλευση ἀπὸ τὸ Ἀραβάνι τῆς Καππαδοκίας, λειτουργοῦσε ὡς «πιστοποιητικὸ» ὀρθόδοξης χριστιανικῆς ταυτότητας. Αὐτὸ ἐπέτρεπε στὶς οἰκογένειες αὐτὲς ὄχι μόνο νὰ ἐγκατασταθοῦν νόμιμα στὴν ὀρεινὴ Λευκάδα, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀπολαμβάνουν καθεστὼς προστασίας ἔναντι τῆς ὀθωμανικῆς ἀπειλῆς. Χάρη σὲ αὐτὴ τὴν ἀναγνώριση οἱ Ἀραβανῆδες μπόρεσαν νὰ ριζώσουν στὴν Καρυά, νὰ ἀποκτήσουν γῆ καὶ νὰ πρωταγωνιστήσουν στὴν ἵδρυση ναῶν καὶ μονῶν (ὅπως ἡ Μονὴ Ἁγίου Ἰωάννη Προδρόμου), ἑδραιώνοντας τὴν παρουσία τους στὸ νησὶ πρωταγωνιστήσουν στὴν ἵδρυση ναῶν καὶ μονῶν (ὅπως ἡ Μονὴ Ἁγίου Ἰωάννη Προδρόμου), ἑδραιώνοντας τὴν παρουσία τους στὸ νησὶ γιὰ αἰῶνες. Ἦταν μιὰ ἀμοιβαία σχέση: οἱ πρόσφυγες ἔβρισκαν ἀσφάλεια καὶ οἱ Βενετοὶ πιστοὺς ὑπηκόους ποὺ μοιράζονταν τὸ ἴδιο «μέτωπο» κατὰ τῶν Ὀθωμανῶν.
Καθεστὼς «Benemeriti«: Οἱ πρόσφυγες ποὺ κατέφθαναν ἀπὸ περιοχὲς ὅπως ἡ Καππαδοκία καὶ ἡ ἠπειρωτικὴ Ἑλλάδα ἀναγνωρίζονταν συχνὰ ὡς benemeriti (εὐεργετηθέντες). Αὐτὸ σήμαινε ὅτι λόγῳ τῆς πίστης τους στὸν χριστιανισμὸ καὶ τῆς προσφορᾶς τους στὸν ἀγῶνα κατὰ τῶν Ὀθωμανῶν, ἡ Βενετία τοὺς παραχωροῦσε εἰδικὰ προνόμια.
Παραχώρηση Γαιῶν: Τὰ διατάγματα προέβλεπαν τὴν παραχώρηση δημόσιων γαιῶν (χαριστικὰ ἢ μὲ τὴ μορφὴ λιβέλου) γιὰ καλλιέργεια. Στὴν περίπτωση τῆς Καρυᾶς, ἡ ἐγκατάσταση σὲ ὀρεινὰ σημεῖα ἐξυπηρετοῦσε τὸν ἔλεγχο τῶν περασμάτων καὶ τὴν ἐνίσχυση τῆς τοπικῆς ἄμυνας.
Φορολογικὲς Ἀπαλλαγές: Σὲ πολλὲς περιπτώσεις, τὰ διατάγματα ἐγκατάστασης συνοδεύονταν ἀπὸ προσωρινὲς φοροαπαλλαγές,ὥστε νὰ διευκολυνθεῖ ἡ οἰκονομικὴ ἐνσωμάτωση τῶν νέων κατοίκων. Τὸ ὄνομα Ἀραβανῆς λειτούργησε ὡς τὸ «κλειδὶ» γιὰ τὴν ὑπαγωγὴ σὲ αὐτὰ τὰ διατάγματα. Δηλώνοντας τὴν καταγωγὴ ἀπὸ τὸ Ἀραβάνι τῆς Καπαδοκίας , πιστοποιοῦσε αὐτόματα τὴ χριστιανικὴ ἰδιότητα τοῦ κατόχου, ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιὰ νὰ λάβει κάποιος τὴν προστασία της Γαληνοτάτης καὶ νὰ ἀποφύγει τὴν ὑποδούλωση ἢ τὴν ἐξορία. Αὐτὴ ἡ θεσμικὴ ἀναγνώριση ἐπέτρεψε στὶς οἰκογένειες ἀπὸ τὴν Καππαδοκία νὰ διατηρήσουν τὴ συνοχή τους καὶ νὰ ἐξελιχθοῦν σὲ μιὰ ἰσχυρὴ κοινωνικὴ ὁμάδα στὴν ὀρεινὴ Λευκάδα. Οἱ ἄνθρωποι λοιπόν ποὺ ἔφτασαν στὴ Λευκάδα ἐκείνη τὴν περίοδο πῆραν τὸ ἐπώνυμο: Ἀραβανῆς , ἀκριβῶς γιὰ νὰ δηλώσουν ὅτι «ἦρθαν ἀπὸ τὸ Ἀραβάνι τῆς Καπαδοκίας ». Ἦταν ἕνας τρόπος νὰ κρατήσουν ζωντανὴ τὴν ταυτότητα τοῦ ὀρεινοῦ χωριοῦ τους στὴν ἀσφάλεια τοῦ Ἰονίου. Στὶς βενετικὲς ἀπογραφὲς καταγράφονταν ὡς «Forestieri Venuti dall’ Anatolia«. Σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν Καππαδοκία τοῦ 1700-1800, ὅπου οἱ χριστιανοὶ ὑφίσταντο ταπεινώσεις, τὰ βενετικὰ διατάγματα στὴ Λευκάδα ἐπέτρεπαν τὴν ἐλεύθερη ἀνέγερση ναῶν. Αὐτὸ ἐπέτρεψε στὴν οἰκογένεια Ἀραβανῆ νὰ ἀναδειχθεῖ σὲ ἐκκλησιαστικὴ δύναμη, μὲ ἀποκορύφωμα τὸν Μητροπολίτη Γρηγόριο, ὁ ὁποῖος γεννήθηκε σὲ ἕνα περιβάλλον ποὺ εἶχε ἤδη κατακτήσει τὴν ἐλευθερία του ἐπὶ Ἑνετοκρατίας.
Ὑπάρχουν ἀναφορὲς σὲ βενετικὰ ἔγγραφα γιὰ «Cavallari» (ἱππεῖς/ἐκτροφεὶς) ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ ποὺ προσέφεραν τὶς ὑπηρεσίες τους στὴ Βενετικὴ Διοίκηση. Οἱ Ἀραβανῆδες, μεταφέροντας τὴν τέχνη του «ἀραβανιοῦ» (τοῦ βηματισμοῦ), ἦταν περιζήτητοι γιὰ τὴν μεταφορὰ ἀλληλογραφίας καὶ ἐμπορευμάτων στὰ δύσβατα ὀρεινὰ μονοπάτια τῆς Λευκάδας. Τὸ ὄνομα τοῦ χωριοῦ Ἀραβάνι τὸ πῆρε ἀπὸ τὰ ἄλογα ποῦ ἔτρεφαν καὶ χρησιμοποιοῦσαν στὶς δουλειές τους οἱ κάτοικοι σὲ αὐτὴν τὴν περιφέρεια. Τὰ ταχυδρομικὰ ἄλογα στὴν ὀρεινὴ Καρυὰ Λευκάδας συνδέονται μὲ τὴν ἱστορικὴ ἀνάγκη ἐπικοινωνίας τοῦ κεφαλοχωριοῦ μὲ τὴν πόλη τῆς Λευκάδας καὶ τὰ ὑπόλοιπα χωριά, σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ τὸ ὁδικὸ δίκτυο ἦταν ὑποτυπῶδες. Πρὶν ἀπὸ τὴν ἐξάπλωση τῶν αὐτοκινήτων, ἡ μεταφορὰ τῆς ἀλληλογραφίας καὶ τῶν ἐπίσημων ἐγγράφων γινόταν μὲ ἄλογα ποὺ διέσχιζαν τὰ ὀρεινὰ μονοπάτια.
Ἡ Καρυά, ὡς διοικητικὸ κέντρο τῆς ὀρεινῆς Λευκάδας, ἀποτελοῦσε κεντρικὸ σταθμὸ γιὰ τοὺς ταχυδρόμους. Τὰ ἄλογα αὐτὰ εἶναι φημισμένα γιὰ τὸν ἰδιαίτερο βηματισμό τους, ποὺ τὰ καθιστοῦσε ἰδανικὰ γιὰ ξεκούραστες καὶ γρήγορες μετακινήσεις σὲ δύσβατα ἐδάφη, ὅπως αὐτὰ τῆς ὀρεινῆς Λευκάδας. Οἱ Ἀραβανῆδες ἀξιοποίησαν αὐτὰ τὰ προτερήματα καὶ ἀνέλαβαν τὸ ἔργο τῆς μεταφορᾶς ἀλληλογραφίας καὶ κρατικῶν ἐγγράφων. Λειτούργησαν ὡς ὁ συνδετικὸς κρίκος ἀνάμεσα στὴ διοίκηση (στὴν πόλη τῆς Λευκάδας) καὶ τὸ κεφαλοχώρι τῆς Καρυᾶς, ἐξασφαλίζοντας τὴν ἐπικοινωνία σὲ δύσκολες ἐποχές.
Ἡ ἱστορία αὐτὴ δείχνει πῶς μιὰ δεξιότητα ποὺ ἦρθε ἀπὸ τὴν Καππαδοκία (ἡ ἐκτροφὴ ἀλόγων γιὰ μεγάλες ἀποστάσεις) μετατράπηκε σὲ ἕνα κρίσιμο ἐπάγγελμα γιὰ τὴ λειτουργία τῆς Λευκάδας ὑπὸ τὴ βενετικὴ καὶ μετέπειτα διοίκηση. Εἶναι ἕνα ἐντυπωσιακὸ παράδειγμα πολιτισμικῆς μεταφορᾶς: μιὰ ἐξειδικευμένη γνώση ἀπὸ τὰ βάθη τῆς Ἀνατολῆς ρίζωσε στὰ Ἑπτάνησα καὶ ἔγινε ἀπαραίτητη γιὰ τὴ διοικητικὴ καὶ κοινωνικὴ συνοχὴ τοῦ νησιοῦ. Στὴν τοπικὴ κοινωνία, οἱ ταχυδρόμοι ἐκείνης τῆς ἐποχῆς ἀποκαλοῦνταν συχνὰ μὲ τὸ ἐπώνυμό τους, «ὁ Ἀραβανῆς«, καθὼς τὸ ὄνομα εἶχε ταυτιστεῖ μὲ τὸ ἐπάγγελμα καὶ τὸ ἄλογο ποὺ χρησιμοποιοῦσαν. Ὅταν κάποιος ἔλεγε στὴν Καρυὰ «ἔρχεται ὁ Ἀραβανῆς», δὲν ἐννοοῦσε ἁπλῶς ἕνα μέλος τῆς οἰκογένειας, ἀλλὰ τὴν ἄφιξη τῶν εἰδήσεων, τῆς ἀλληλογραφίας καὶ τῆς σύνδεσης μὲ τὸν ὑπόλοιπο κόσμο. Αὐτὴ ἡ ταύτιση ὀνόματος, ζώου καὶ ἐπαγγέλματος εἶναι ποὺ κράτησε τὴν ἱστορικὴ μνήμη ζωντανὴ γιὰ αἰῶνες, μετατρέποντας μιὰ προσφυγικὴ οἰκογένεια στὸν πιὸ κρίσιμο «κρίκο» τῆς ὀρεινῆς Λευκάδας. Ἂν καὶ τὰ ἐπίσημα ἀρχεῖα τῶν πρώτων αἰώνων εἶναι δυσπρόσιτα, ὁρισμένα πρόσωπα ποὺ ἔμειναν στὴν ἱστορία τοῦ χωριοῦ γιὰ τὴ δράση τους εἶναι:
- Εὐστάθιος Ἀραβανῆς (κοινῶς «Τάτσης«): Ἀναφέρεται σὲ τοπικὲς ἀφηγήσεις ὡς ἕνας ἀπὸ τοὺς παλαιοὺς ταχυδρόμους ποὺἐκτελοῦσαν τὸ δρομολόγιο Καρυά – Πόλη Λευκάδας μὲ τὸ ἄλογό του
- Σπυρίδων Ἀραβανῆς: Τὸ ὄνομα αὐτὸ ἐμφανίζεται σὲ παλαιότερες καταγραφὲς τῆς κοινότητας μὲ διοικητικὰ καθήκοντα ποὺ περιλάμβαναν τὴ μεταφορὰ ἐγγράφων.
- Ξενοφῶν Ἀραβανῆς: Ἕνας ἀπὸ τοὺς τελευταίους ποὺ διατήρησαν τὴν παράδοση τῆς μεταφορᾶς εἰδήσεων καὶ ἀγαθῶν μὲ ζῶα πρὶν τὴν πλήρη ἐπικράτηση τῶν ὀχημάτων.
Ἐπίσης , ὁ ἔφιππος ταχυδρόμος ποὺ ἔχει μείνει χαραγμένος στὴ μνήμη τῶν κατοίκων της Καρυὰς καὶ τῆς ὀρεινῆς Λευκάδας ἦταν ὁ Γιάννης Ἀραβανῆς. Ἡ Φιγούρα του: Ἦταν ὁ ἄνθρωπος ποὺ γιὰ δεκαετίες, μέχρι καὶ τὴ δεκαετία τοῦ ’60, ἐκτελοῦσε τὸ δρομολόγιο ἀπὸ τὴν πόλη τῆς Λευκάδας πρὸς τὰ ὀρεινὰ χωριά.
Στὴν Καρυά, ἡ φράση: «ὁ Ταχυδρόμος» ἦταν σχεδὸν συνώνυμη μὲ τὸ ἐπίθετο : Ἀραβανῆς. Ἀκόμα καὶ ἂν ὑπῆρχαν ταχυδρόμοι μὲ ἄλλα ὀνόματα (ὅπως Κατωπόδης ἢ Σταύρακας), οἱ Ἀραβανῆδες κατεῖχαν τὰ «πρωτεῖα» λόγῳ τῆς ράτσας τῶν ἀλόγων τους, ποὺ τοὺς ἐπέτρεπε νὰ κάνουν τὴ διαδρομὴ πιὸ γρήγορα ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἄλλον.
ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΑΡΑΒΑΝΗ: Στὸ χωριὸ Ἀραβάνι (Ayvalı) τῆς Καππαδοκίας, οἱ γυναῖκες, φορῶντας τὴν παραδοσιακὴ τζέτζερη, μετέφεραν καθημερινὰ τὸ νερὸ ἀπὸ τὶς πηγές, ἰσορροπῶντας τὰ σταμνιὰ στὸ κεφάλι τους μέσα ἀπὸ τὰ πέτρινα σοκάκια καὶ τὰ λαξευμένα σπίτια.
Ἡ «Τζέτζερη» ὡς Στήριγμα: Οἱ γυναῖκες στὸ Ἀραβάνι χρησιμοποιοῦσαν τὸν κεφαλόδεσμο (τζέτζερη) ὄχι μόνο ὡς στολίδι, ἀλλὰ καὶ ὡς λειτουργικὸ ἐργαλεῖο. Πάνω ἀπὸ αὐτὸν τοποθετοῦσαν τὴν κουλούρα, ἕνα ὑφασμάτινο δαχτυλίδι ποὺ ἀπορροφοῦσε τὸ βάρος καὶ σταθεροποιοῦσε τὸ σταμνί. Ἡ πηγή τοῦ Ἀραβανίου δὲν ἦταν ἁπλῶς πηγὴ ὕδρευσης, ἀλλὰ ὁ κύριος χῶρος ἀπορροφοῦσε τὸ βάρος καὶ σταθεροποιοῦσε τὸ σταμνί. Ἡ πηγή τοῦ Ἀραβανίου δὲν ἦταν ἁπλῶς πηγὴ ὕδρευσης, ἀλλὰ ὁ κύριος χῶρος κοινωνικοποίησης τῶν γυναικῶν. Ἐκεῖ ἀντάλλασσαν νέα καὶ τραγουδοῦσαν, μετατρέποντας τὴν μεταφορὰ τοῦ νεροῦ σὲ μιὰ καθημερινὴ τελετουργία. Ἡ λέξη τζέτζερης (ἢ τέντζερης) ἀναφέρεται στὸ χάλκινο μαγειρικὸ σκεῦος, τὸ καζάνι ἢ τὴν κατσαρόλα στὴν Καρυὰ Λευκάδος. Στὴν Καππαδοκία, στὸ χωριὸ Ἀραβάνι, «τζέτζερη» ἔλεγαν τὸ κάλυμμα τοῦ κεφαλιοῦ πάνω στὸ ὁποῖο ἔβαζαν τὸ βάρος. Στὴ Λευκάδα, «τζέτζερη» λένε τὸ ἴδιο τὸ χάλκινο σκεῦος (τὸ καζάνι) ποὺ οἱ γυναῖκες κουβαλοῦσαν στὸ κεφάλι τους. Οἱ Καρσάνες γυναῖκες, φημισμένες γιὰ τὴν ἀντοχή τους, γέμιζαν τὸν χάλκινο τζέτζερη (τὸ καζάνι) στὴ βρύση τῆς πλατείας ἢ ψηλὰ στὸ βουνὸ (στὴν ἐπάνω βρύση). Τοποθετοῦσαν στὸ κεφάλι τους τὴν κουλούρα (τὸ ὑφασμάτινο στεφάνι= τήν τζένζερη) καὶ πάνω ἐκεῖ ἰσορροποῦσαν τὸ γεμᾶτο σκεῦος με νερὸ, δηλαδή στο σκεῦος τζέτζερη. Ἡ λέξη τζέτζερη (ἢ τέντζερης) ἀποτελεῖ μιὰ συγκλονιστικὴ γλωσσικὴ καὶ λαογραφικὴ «γέφυρα» ποὺ ἀποδεικνύει τὴ βαθιὰ σύνδεση τῆς μεταφορᾶς τοῦ νεροῦ μὲ τὴν ἐπιβίωση, ἀπὸ τὴν Καππαδοκία ἕως τὴ Λευκάδα. Ἡ λέξη προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀνατολίτικο tencere (χάλκινο ἀγγεῖο).
Στὴ Λευκάδα ὁ τζέτζερης εἶναι τὸ ἴδιο τὸ βαρὺ χάλκινο σκεῦος. Στὴν Καππαδοκία (στὸ χωριὸ Ἀραβάνι), ἡ λέξη μεταπήδησε ἀπὸ τὸ σκεῦος στὸ ἐξάρτημα κεφαλῆς (τὸ κάλυμμα) ποὺ ἦταν ἀπαραίτητο γιὰ νὰ ἀντέξει ἡ γυναῖκα τὸ βάρος τοῦ σκεύους. Δὲν νοεῖται «τζέτζερης» χωρὶς μεταφορά. Ἱστορικὲς ἀναφορὲς περιγράφουν ὅτι ἡ γυναῖκα «γίνεται ἕνα» μὲ τὸ σκεῦος. Στὴν Καρυά, ἡ φράση «πῆγε μὲ τὸν τζέτζερη στὴ βρύση» δὲν περιέγραφε ἁπλῶς μιὰ κίνηση, ἀλλὰ μιὰ ὁλόκληρη τεχνικὴ ἰσορροπίας (τὸ σῶμα σὲ ἀπόλυτη εὐθεῖα, ἡ κουλούρα στὸ κεφάλι, τὰ χέρια ἐλεύθερα). Στὸ Ἀραβάνι τῆς Καππαδοκίας, ἡ τζέτζερη (τὸ κεφαλόδεσμο) πῆρε τὸ ὄνομά της ἀπὸ τὸ σκεῦος ποὺ ὑποδεχόταν. Εἶναι ἡ ἀπόλυτη ἀπόδειξη ὅτι τὸ ἀντικείμενο (τὸ χάλκινο σκεῦος μὲ τὸ νερὸ) ἦταν τόσο κυρίαρχο στὴ ζωή τους, ποὺ ὀνόμασαν ἀκόμη καὶ τὸ ροῦχο τους ἀπὸ αὐτό.

Ἡ «τζέτζερη» στὸ κεφάλι (εἴτε ὡς σκεῦος στὴ Λευκάδα, εἴτε ὡς ὕφασμα στὴν Καππαδοκία) συμβολίζει τὴ μεταφορὰ τῆς ζωῆς. Τὸ νερὸ τῆς πηγῆς ἦταν τὸ πολυτιμότερο ἀγαθὸ καὶ ἡ γυναῖκα ποὺ τὸ μετέφερε στὸ κεφάλι θεωροῦνταν ἡ«σπονδυλικὴ στήλη» τῆς οἰκογένειας. Αὐτὴ ἡ κοινὴ λέξη σὲ δύο τόσο διαφορετικοὺς τόπους ( Καρυά Λευκάδος – Ἀραβάνι Καππαδοκία) ἀποδεικνύει ὅτι ἡ μεταφορὰ τοῦ νεροῦ στὸ κεφάλι δὲν ἦταν μιὰ ἁπλῆ δουλειά, ἀλλὰ μιὰ ὑπαρξιακὴ ἱεροτελεστία ποὺ σφράγισε τὴ γλῶσσα καὶ τὴν ἐνδυμασία τους
Ἡ Βρύση τοῦ Χωριοῦ: Ἦταν τὸ σημεῖο συνάντησης. Οἱ γυναῖκες χρησιμοποιοῦσαν ἕνα ὑφασμάτινο στεφάνι (κουλούρα) πάνω ἀπὸ τὴ τζέτζερη γιὰ νὰ σταθεροποιοῦν τὸ σταμνί. Στὸ Ἀραβάνι τῆς Καππαδοκίας, ἡ κεντρικὴ βρύση βρισκόταν στὴν εἴσοδο τοῦ χωριοῦ, δίπλα στὴν κοίτη τοῦ ποταμοῦ ποὺ διασχίζει τὴν κοιλάδα. Δίπλα στὴ βρύση ὑπῆρχαν συχνὰ οἱ πέτρινες γοῦρνες γιὰ τὸ πότισμα τῶν ζώων, καθιστῶντας τὸ σημεῖο αὐτὸ τὸ πιὸ ζωντανὸ κύτταρο τοῦ χωριοῦ. Στὸ Ἀραβάνι τῆς Καππαδοκίας τὸ νερὸ δὲν ἐρχόταν ἀπὸ πηγάδια, ἀλλὰ ἦταν πηγαῖο τρεχούμενο νερὸ ποὺ ἀνάβλυζε ἀπὸ τὰ σπλάχνα τῶν ἡφαιστειογενῶν βράχων.

Τὸ νερὸ τῆς πηγῆς ἦταν φημισμένο γιὰ τὴν καθαρότητα καὶ τὴν κρύα θερμοκρασία του, ἀκόμα καὶ τὸ κατακαλόκαιρο, λόγῳ τῶν πετρωμάτων τῆς περιοχῆς. Ἐπειδὴ ἦταν πηγή, τὸ νερὸ ἔτρεχε ἀσταμάτητα στὶς πέτρινες γοῦρνες τῆς βρύσης. Οἱ γυναῖκες περίμεναν στὴ σειρά, τοποθετοῦσαν τὸ σταμνὶ κάτω ἀπὸ τὸν κρουνὸ καὶ μετὰ ξεκινοῦσαν τὴν ἀνηφόρα γιὰ τὸ σπίτι μὲ τὴ τζέτζερη στὸ κεφάλι. Εἶναι συγκλονιστικὸ πῶς δύο τόποι τόσο μακριά, συνδέονταν μὲ τὴν ἴδια «ἱεροτελεστία»: τὴν ἀνηφόρα ἀπὸ τὴν πηγὴ στὸ σπίτι μὲ τὸ σταμνὶ στὸ κεφάλι καὶ τὴν περήφανη κορμοστασιά.
Ἐδῶ συνέβη λοιπόν τὸ ἐντυπωσιακό: ἡ λέξη «πέρασε» στὸ ροῦχο. Τζέτζερη ὀνομάστηκε ὁ εἰδικὸς κεφαλόδεσμος (τὸ πανὶ) ποὺ τύλιγαν οἱ γυναῖκες στὸ κεφάλι τους. Γιατί; Γιατί αὐτὸ τὸ ὕφασμα ἦταν τὸ ὑπόστρωμα ὑποδοχῆς τοῦ τζέτζερη (τοῦ σκεύους). Τὸ ροῦχο πῆρε τὸ ὄνομα τοῦ σκεύους ποὺ προοριζόταν νὰ κουβαλήσει!
Ἡ «Μεταφορὰ» ὡς Ἱεροτελεστία:
Ἡ λέξη τζέτζερη δὲν περιγράφει ἁπλῶς ἕνα δοχεῖο, ἀλλὰ τὴν ὑπαρξιακὴ ἀνάγκη τῆς μεταφορᾶς τοῦ νεροῦ:
- Ἀποδεικνύει ὅτι τὸ νερὸ ἦταν τόσο πολύτιμο, ποὺ ὀνόμασαν τὸ κεφαλόδεσμό τους ἀπὸ τὸ σκεῦος ποὺ τὸ περιεῖχε.
- Ἡ λέξη ἐμπεριέχει τὴν ἔννοια τῆς ἰσορροπίας: Γιὰ νὰ μεταφέρεις τὸν τζέτζερη (τὸ καζάνι) πάνω στὴ τζέτζερη (τὸ πανί), ἔπρεπε νὰ ἔχεις ἀπόλυτα ἴσιο αὐχένα.
Συμπέρασμα: Ἡ λέξη «τζέτζερη» εἶναι ὁ συνδετικὸς κρίκος ἀνάμεσα στὸ Ἀραβάνι τῆς Καππαδοκίας καὶ τὴν Καρυὰ τῆς Λευκάδας. Εἶναι ἡ ἀπόδειξη ὅτι οἱ γυναῖκες καὶ στοὺς δύο τόπους μετέτρεψαν ἕνα βαρὺ σκεῦος σὲ στοιχεῖο τῆς ταυτότητάς τους καὶ τῆς περήφανης σεμνῆς ἐμφάνισής τους.
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ- Η ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΑΡΑΒΑΝΗΔΩΝ ΣΤΗΝ ΚΑΡΥΑ ΛΕΥΚΑΔΟΣ
Στὴν ἀπογραφὴ τοῦ 1700, ἡ Καρυὰ ἐμφανίζεται ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερα χωριὰ τοῦ νησιοῦ.
Ἡ οἰκογένεια Ἀραβανῆ, ἡ ὁποία θεωρεῖται ἀπὸ τὶς παλαιότερες τοῦ χωριοῦ, εἶχε ἤδη ἐγκατασταθεῖ ἐκεῖ, σίγουρα ἐκμεταλλευόμενη τὰ βενετικὰ προνόμια γιὰ τοὺς «Forestieri» (ξένους) ποὺ ἔρχονταν ἀπὸ τὴν Ἀνατολή. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ μητροπολίτης Γρηγόριος Ἀραβανῆς γεννήθηκε στὴν Καρυὰ τὸ 1792 καὶ ἡ οἰκογένειά του εἶχε ἤδη κοινωνικὴ ἐπιφάνεια, ἀποδεικνύει ὅτι οἱ πρόγονοί του ἦταν ἐγγεγραμμένοι στὰ κατάστιχα τοῦ νησιοῦ τοὐλάχιστον ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 18ου αἰῶνα.
Ἡ «Ἀνατολικὴ» Καταγωγή: Στὰ ἔγγραφα ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, ὁ ὅρος Ἀραβανῆς λειτουργοῦσε ὡς ἐθνικὸ προσδιοριστικό, ἐπιβεβαιώνοντας τὴν ἔλευση τῆς οἰκογένειας ἀπὸ τὸ χωριὸ Ἀραβάνι τῆς Καππαδοκίας γιὰ νὰ γλιτώσουν ἀπὸ τὶς καταπιέσεις τοῦ 1700-1800. Στοιχεῖα ἀπὸ βενετικοὺς καὶ μεταγενέστερους χάρτες τῆς Λευκάδας, καθὼς καὶ ἀπὸ τὸ Κτηματολόγιο τῆς Ἑνετοκρατίας, ἐπιβεβαιώνουν ὅτι ἡ οἰκογένεια Ἀραβανῆ κατεῖχε σημαντικὲς ἐκτάσεις στὴν περιοχή τῆς Καρυᾶς, οἱ ὁποῖες συχνὰ σημειώνονταν μὲ τὸ ὄνομα τῆς οἰκογένειας.
Τοπωνύμια στὸν Χάρτη: Στοὺς λεπτομερεῖς κτηματικοὺς χάρτες τῆς περιοχῆς, ἐμφανίζονται τοποθεσίες ὅπως «Τοῦ Ἀραβανῆ» ἢ «Ἀραβαναίικα». Αὐτὰ τὰ τοπωνύμια δήλωναν τὰ ὅρια τῆς ἰδιοκτησίας τους, μιὰ πρακτικὴ κοινὴ στὴ Λευκάδα γιὰ τὶς παλιὲς καὶ ἰσχυρὲς οἰκογένειες.
Ἡ Γειτονιὰ «Σαββάτα»: Στὸν οἰκιστικὸ χάρτη τῆς Καρυᾶς, ἡ οἰκογένεια Ἀραβανῆ κυριαρχοῦσε στὴ γειτονιὰ Σαββάτα.
Ἡ ἐπιλογὴ τοῦ ὀνόματος «Σαββάτα» πιθανολογεῖται ὅτι συνδέεται μὲ τὴ θρησκευτικὴ εὐλάβεια (ἴσως τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου), ἐνισχύοντας τὴ σύνδεση μὲ τὸ ὄνομα: Λάζαρος.Χάρτης Καλλιεργειῶν: Οἱ Βενετοὶ χαρτογραφοῦσαν μὲ ἀκρίβεια τοὺς ἐλαιῶνες καὶ τοὺς ἀμπελῶνες. Οἱ Ἀραβανῆδες, ἔχοντας τὴν ἐμπειρία τῆς ὀρεινῆς γεωργίας ἀπὸ τὸ Ἀραβάνι τῆς Καππαδοκίας, ἀξιοποίησαν τὶς πλαγιὲς γύρω ἀπὸ τὴν Καρυά, δημιουργῶντας Χάρτης Καλλιεργειῶν: Οἱ Βενετοὶ χαρτογραφοῦσαν μὲ ἀκρίβεια τοὺς ἐλαιῶνες καὶ τοὺς ἀμπελῶνες. Οἱ Ἀραβανῆδες, ἔχοντας τὴν ἐμπειρία τῆς ὀρεινῆς γεωργίας ἀπὸ τὸ Ἀραβάνι τῆς Καππαδοκίας, ἀξιοποίησαν τὶς πλαγιὲς γύρω ἀπὸ τὴν Καρυά, δημιουργῶντας παραγωγικὲς ἐκτάσεις ποὺ καταγράφονται στὰ βενετικὰ κατάστιχα. Σὲ χάρτες ποὺ ἀφοροῦν τὴν Μονὴ Ἁγίου Γεωργίου (Σκάρων), μέλη τῆς οἰκογένειας Ἀραβανῆ ἐμφανίζονται ὡς γείτονες ἢ δωρητὲς ἀγρῶν πρὸς τὸ μοναστήρι, γεγονὸς ποὺ ἀποδεικνύει τὴν κοινωνική τους ἐπιφάνεια ἤδη ἀπὸ τὸν 18ο αἰῶνα.

Ἀραβάνι τῆς Καππαδοκίας.

Καρυά Λευκάδος.
Προικοσύμφωνα: Στὰ ἀρχεῖα τῶν νοταρίων τῆς Καρυᾶς, θὰ βρεῖτε σχέδια ποὺ συνοδεύουν προικοσύμφωνα, ὅπου ἀναφέρονται ὀνόματα ὅπως Λάζαρος Ἀραβανῆς ὡς ἰδιοκτήτης γειτονικῶν ἐκτάσεων.
Χάρτες Μονῆς: Στὰ σχεδιαγράμματα τῆς Μονῆς Σκάρων, οἱ Ἀραβανῆδες ἐμφανίζονται συχνὰ ὡς «γειτονεύοντες», προσδιορίζοντας μὲ ἀκρίβεια τὴ θέση τῶν κτημάτων τους στὸ βουνό. Παρὰ τὶς τεράστιες ἀποστάσεις καὶ τοὺς αἰῶνες, οἱ Ἀραβανῆδες λειτούργησαν ὡς θεματοφύλακες τῆς ὀρθόδοξης παράδοσης, συνδέοντας τὴν Καππαδοκία μὲ τὸ Ἰόνιο μὲ ἕναν πνευματικὸ «ὀμφάλιο λῶρο»
Ἡ Ἐκκλησία ὡς Ταυτότητα: Ὅπως στὸ χωριὸ Ἀραβάνι ὁ Ἅγιος Δημήτριος ἦταν τὸ κέντρο τῆς ζωῆς τους, ἔτσι καὶ στὴ Λευκάδα ἡ οἰκογένεια ταυτίστηκε μὲ τὴν ἐκκλησία. Ἡ ἄνοδος τοῦ Γρηγορίου Ἀραβανῆ στὸν μητροπολιτικὸ θρόνο δὲν ἦταν τυχαία· ἦταν ἡ συνέχεια μιᾶς οἰκογενειακῆς εὐλάβειας ποὺ ἔφεραν ἀπὸ τὴν «Ἀνατολή». Οἱ Ἀραβανῆδες ποὺ ἔφτασαν στὴ Λευκάδα (ὅπως καὶ αὐτοὶ ποὺ πῆγαν στὴ Μακεδονία τὸ 1924) θεωροῦσαν χρέος τους νὰ χτίζουν ναοὺς καὶ νὰ δωρίζουν εἰκόνες. Στὴν Καρυά, ἡ ὀρθόδοξη πίστη τους ἔγινε τὸ «ὄχημα» γιὰ τὴν πλήρη κοινωνική τους ἐνσωμάτωση, χωρὶς νὰ χάσουν ποτὲ τὴ μικρασιατική τους ἀρχοντιά.
Τὰ Νοταριακὰ Κατάστιχα (Γ.Α.Κ. Λευκάδας): Στὰ ἀρχεῖα τῶν νοταρίων τῆς Καρυᾶς (ὅπως τοῦ 18ου καὶ 19ου αἰῶνα) ὑπάρχουν ἔγγραφα ποὺ καταγράφουν δωρεὲς καὶ ἀφιερώματα («ρεγάλα») πρὸς τοὺς ναούς. Ἐκεῖ ἐμφανίζονται μέλη τῆς οἰκογένειας Ἀραβανῆ νὰ δωρίζουν εἰκόνες ἢ νὰ χρηματοδοτοῦν την ἁγιογράφησή τους ὡς «τάμα» γιὰ τὴν προστασία τῆς οἰκογένειας καὶ τῶν ζώων τους (τῶν ἀλόγων), τιμῶντας τὸν Ἅγιο Δημήτριo τοῦ παλιοῦ τους χωριοῦ.
Ἡ Ἀναθηματικὴ Ἐπιγραφὴ (Ἡ ἰσχυρότερη ἀπόδειξη):
Στὸ κάτω μέρος τῆς παλαιᾶς εἰκόνας τοῦ Ἁγίου Δημητρίου (συνήθως στὴν «ποδιὰ» ἢ στὴ γωνία) ἀναγράφεται ἡ φράση: «Δέησις τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Λαζάρου Ἀραβανῆ».
Στὴν ἐκκλησιαστικὴ ὁρολογία, αὐτὴ ἡ ἐπιγραφὴ ἀποτελεῖ τὸ «πιστοποιητικὸ ἰδιοκτησίας καὶ ἀφιέρωσης». Τὸ γεγονὸς ὅτι ἀναφέρεται τὸ ὄνομα: Λάζαρος (Ἐλεάζαρ = Ὁ Θεὸς βοηθᾶ) συνδέει ἀπ’ εὐθείας τὸν δωρητὴ μὲ τὴν πνευματικὴ κληρονομιά τῆς Καππαδοκίας.
Ἡ «Ἐπιλογὴ» τοῦ Ἁγίου (Θεολογικὴ ἀπόδειξη):
Ὁ Ἅγιος Δημήτριος ἦταν ὁ Πολιοῦχος τοῦ χωριοῦ Ἀραβάνι στὴν Καππαδοκία. Τὸ ὅτι μιὰ οἰκογένεια ποὺ ἔρχεται ἀπὸ ἐκεῖ ἐπιλέγει νὰ ἀφιερώσει εἰκόνα τοῦ συγκεκριμένου Ἁγίου στὴν Καρυὰ (καὶ ὄχι κάποιου τοπικοῦ Ἑπτανήσιου Ἁγίου), ἀποδεικνύει τὴ συνειδητὴ πρόθεση νὰ μεταφερθεῖ ἡ λατρεία τῆς πατρίδας στὴ νέα γῆ.
Οἱ παλιοὶ «Ἀραβαναῖοι» τῆς Καρυᾶς μετέφεραν ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιὰ τὴν ἱστορία ὅτι ἡ εἰκόνα αὐτὴ εἶναι κειμήλιο ποὺ συνδέεται μὲ τὴν ἔλευση τῶν προγόνων τους ἀπὸ τὴν Ἀνατολή. Ἡ οἰκογένεια λειτούργησε ὡς «ἐπίτροπος» τῆς εἰκόνας, διασφαλίζοντας ὅτι ἡ μνήμη τοῦ Λαζάρου Ἀραβανῆ θὰ παρέμενε ζωντανή.
Ὁ πνευματικὸς πατέρας καὶ βαπτιστὴς τοῦ Ἁγίου Παϊσίου, ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος, ἦταν ὁ ἱερέας τῶν Φαράσων, ἀλλὰ ἡ φήμη του ὡς θαυματουργοῦ ἦταν γνωστὴ σὲ ὁλόκληρη τὴν Καππαδοκία, συμπεριλαμβανομένου τοῦ Ἀραβανί. Ὁ Ἅγιος Παΐσιος τόνιζε ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖ, παρὰ τὶς δυσκολίες, εἶχαν τὴν πόρτα τους πάντα ἀνοιχτή. «Εἶχαν τὴν ἀρχοντιὰ τῆς Ἀνατολῆς. Ὅ,τι εἶχαν, τὸ μοιράζονταν.» Αὐτὸ συνδέεται μὲ τὴν «ἀρχοντιά» τῶν Ἀραβανιωτῶν, ποὺ ὅπως εἴδαμε ἦταν ξακουστοὶ ἔμποροι καὶ νοικοκυραῖοι. Ἀναφέρει πὼς γιὰ τοὺς Καππαδόκες, οἱ Ἅγιοι (ὅπως ὁ Ἅγιος Δημήτριος τοῦ Ἀραβανὴ ἢ ὁ Ἅγιος Γεώργιος) δὲν ἦταν μακρινὰ πρόσωπα, ἀλλὰ «γείτονες» καὶ προστάτες ποὺ τοὺς βοηθοῦσαν στὶς δουλειές τους καὶ στὰ ζῶα τους.
Ἡ Σκληραγωγία: Περιγράφει πῶς οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ζῶντας σὲ ὀροπέδια καὶ βράχια, ἔγιναν σκληροὶ σὰν τὴν πέτρα ἀλλὰ μαλακοὶ στὴν καρδιά. Αὐτὸ ἐξηγεῖ γιατί οἱ Ἀραβανῆδες ποὺ ἔφτασαν στὴ Λευκάδα μπόρεσαν νὰ ριζώσουν καὶ νὰ προκόψουν στὴν ὀρεινὴ Καρυά. Τὸ ὄνομα Λάζαρος, ποὺ τιμᾶτε στὴν οἰκογένειά τῶν Καποδόκων τῆς Μικρᾶς Ἀσίας μας ἦταν σύμβολο ἐλπίδας καὶ ἀνάστασης γιὰ τοὺς Καππαδόκες, οἱ ὁποῖοι πίστευαν ὅτι ὁ Θεὸς θὰ τοὺς «ἀνέστηνε» ἀπὸ κάθε δυσκολία. Λάζαρος σημαίνει: ΕΧΕΙ Ο ΘΕΟΣ.
Στὴ Λευκάδα, ἡ διατήρηση αὐτοῦ τοῦ ὀνόματος στὴν οἰκογένεια Ἀραβανῆ ἐπὶ αἰῶνες ἀποτελεῖ τὴ ζωντανὴ μαρτυρία αὐτῆς τῆς πνευματικῆς κληρονομιᾶς ποὺ μεταφέρθηκε αὐτούσια ἀπὸ τὴν Ἀνατολή. Ὁ Ἅγιος Ἄρσένιος, ὡς ὁ πνευματικὸς ὁδηγός τῶν Φαράσων καὶ ὁλόκληρης τῆς περιοχῆς (συμπεριλαμβανομένου τοῦ Ἀραβανί), χρησιμοποιοῦσε τὸ : «Ἔχει ὁ Θεὸς» ὡς πνευματικὴ ἀσπίδα: Κατὰ τὸν ξεριζωμὸ τοῦ 1924, ἡ φράση αὐτὴ ἔγινε τὸ στήριγμα τῶν προσφύγων στὸ δρόμο γιὰ τὴν Ἑλλάδα. Στὴ Λευκάδα, καὶ ἰδιαίτερα στὴν Καρυά, ἡ τιμὴ πρὸς τοὺς Καππαδόκες Ἁγίους ἔχει ἐνισχυθεῖ κατακόρυφα τὰ τελευταῖα χρόνια, καθὼς πολλοὶ κάτοικοι μὲ τὸ ἐπώνυμο Ἀραβανῆς ἀναγνώρισαν τὶς βαθιές τους ρίζες. Στὴν εὐρύτερη περιοχὴ τῆς ὀρεινῆς Λευκάδας, ἔχουν ἀνεγερθεῖ μικρὰ εἰκονοστάσια σὲ μονοπάτια καὶ ἐξωκλήσια, συχνὰ ἀπὸ ἀπογόνους των «Ἀραβαναίων», ὡς ἔνδειξη εὐγνωμοσύνης γιὰ τὴν προστασία τῶν προγόνων τους κατὰ τὴ διάρκεια τῶν μετακινήσεων ἀπὸ τὴν Ἀνατολή. Ἐπειδὴ ὁ Ἅγιος Δημήτριος ἦταν ὁ πολιοῦχος τοῦ χωριοῦ Ἀραβάνι στὴν Καππαδοκία, οἱ Ἀραβανῆδες τῆς Καρυᾶς τρέφουν ἰδιαίτερη εὐλάβεια στὸν ὁμώνυμο ναὸ τοῦ χωριοῦ τους, θεωρῶντας τον ὡς τὸν πνευματικὸ κρίκο ποὺ τοὺς ἑνώνει μὲ τὴν παλιὰ πατρίδα.
Ὁ Ἱερὸς Ναὸς τοῦ Ἁγίου Δημητρίου στὴν Καρυὰ Λευκάδας ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ θρησκευτικὰ μνημεῖα τοῦ χωριοῦ, μὲ ἱστορία ποὺ καταγράφεται ἤδη ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ 18ου αἰῶνα. Βρίσκεται στὸν ὀρεινὸ οἰκισμὸ τῆς Καρυᾶς Λευκάδας. Ὁ ναὸς περιλαμβάνεται στὶς ἐπίσημες καταγραφὲς τῶν ἐκκλησιῶν τῆς Λευκάδας ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ 18ου αἰῶνα, ἀναφερόμενος μαζὶ μὲ ἄλλους σημαντικοὺς ναοὺς τῆς περιοχῆς, ὅπως τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς καὶ τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος.

Ἂν καὶ ὁ συγκεκριμένοςναὸς εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς παλαιότερους τῆς Καρυὰς (ἀναφέρεται ἀπὸ τὸν 18ο αἰῶνα), ἡ σύνδεσή του μὲ τὸ Ἀραβάνι προκύπτει ἔμμεσα μέσῳ τῶν οἰκογενειῶν ποὺ τὸν ἔκτισαν ἢ τὸν διακόσμησαν (ὅπως οἱ Ἀραβανῆδες), οἱ ὁποῖοι διατήρησαν τὴν ἀνάμνηση τῆς μικρασιατικῆς τους ρίζας. Εἶναι ἐντυπωσιακό το πῶς ἕνα ὀρεινὸ χωριὸ τῆς Λευκάδας διατηρεῖ μέχρι σήμερα, μέσῳ τῶν ἐπωνύμων καὶ τῶν ναῶν του, τοὺς δεσμοὺς μὲ τὸν ἑλληνισμὸ τῆς μακρινῆς Καππαδοκίας.
Οἱ ἁγιογραφίες καὶ οἱ φορητὲς εἰκόνες τοῦ ναοῦ φέρουν στοιχεῖα ποὺ παραπέμπουν στὴν παράδοση τῆς Ἀνατολῆς (Καππαδοκία καὶ γενικώτερα τήν Μικρὰ Ἀσία), διατηρῶντας τὴν αὐστηρότητα καὶ τὴ χρωματικὴ παλέτα τῆς βυζαντινῆς τέχνης.

Ἡ τέχνη στὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου δὲν εἶναι ἁπλῶς διακοσμητική, ἀλλὰ ἀποτελεῖ κομμάτι τῆς ἄϋλης πολιτιστικῆς κληρονομιᾶς τῆς Καρυᾶς, ὅπως καὶ τὸ περίφημο Καρσάνικο κέντημα, τὸ ὁποῖο ἐπίσης θεωρεῖται ὅτι ἔχει ρίζες ἀπὸ τὴν Ἀνατολή. Μία ἀπὸ τὶς ἐμβληματικὲς βελονιὲς τοῦ καρσάνικου κεντήματος, ἡ καφασοβελονιά, φέρει τὸ ὄνομά της ἀπὸ τὸ «καφάσι» (δικτυωτό), μιὰ τεχνικὴ ποὺ συναντᾶται ἔντονα στὴν ἀνατολίτικη καὶ μικρασιατικὴ ὑφαντικὴ καὶ ἀρχιτεκτονικὴ (π.χ. καφασωτὰ παραθύρων ἢ γυναικωνίτη). Οἱ γυναῖκες τῆς Καρυᾶς, ἔχοντας ὡς ὑπόβαθρο αὐτὲς τὶς ἀρχέγονες τεχνικὲς ἀπὸ τὴν Καππαδοκία, κατάφεραν νὰ δημιουργήσουν μιὰ μοναδικὴ τέχνη ποὺ τὸ 2019 ἐντάχθηκε στὸ Ἐθνικὸ Εὑρετήριο Ἄυλης Πολιτιστικῆς Κληρονομιᾶς. Ἔπιστρεφοντας στὴν ἔρευνα μας , καὶ γιὰ τὸν ναο τοῦ Ἁγίο Δημητρίου, ἂν ἐπισκεφθεῖτε τὸν ναό, ἀξίζει νὰ προσέξετε τὶς λεπτομέρειες στὰ πρόσωπα καὶ τὰ ἐνδύματα τῶν Ἁγίων, ποὺ συχνὰ διαφέρουν ἀπὸ τὴ δυτικότροπη Ἑπτανησιακὴ Σχολή, παραμένοντας πιὸ κοντὰ στὶς «ρίζες» τῆς Μικρᾶς Ἀσίας.
Σημαντικοὶ Ἀπόγονοι καὶ Λόγιοι:
- Ὁ Ἀριστείδης (Ἄρης) Ἀραβανῆς: Ἱστορικὸς μελετητὴς ποὺ ἔχει καταγράψει σημαντικὰ στοιχεῖα γιὰ τὴν ἱστορία τῆς Καρυᾶς καὶ τοῦ πληθυσμοῦ της κατὰ τὸν 19ο αἰῶνα.
- Γεράσιμος Χ. Ἀραβανῆς: Διακεκριμένος φιλόλογος καὶ ἐπιστήμονας, συνεχιστὴς τῆς πνευματικῆς παράδοσης τῆς οἰκογένειας στὸ νησί.
Ὁ Ἔφιππος Ἅγιος Δημήτριος ὁ προστάτης , καὶ ὁ Ἔφιππος Ταχυδρόμος ποὺ ἔφερνε τὴν ἐλπίδα : Ἐπειδὴ ὁ Ἅγιος Δημήτριος ἦταν ὁ πολιοῦχος τοῦ χωριοῦ Ἀραβάνι στὴν Καππαδοκία, οἱ Ἀραβανῆδες τῆς Καρυᾶς τρέφουν ἰδιαίτερη εὐλάβεια στὸν ὁμώνυμο ναὸ τοῦ χωριοῦ τους, θεωρῶντας τον ὡς τὸν πνευματικὸ κρίκο ποὺ τοὺς ἑνώνει μὲ τὴν παλιὰ πατρίδα. Ὑπάρχει μιὰ συγκλονιστικὴ συμβολικὴ σύνδεση: Ὁ Ἅγιος Δημήτριος πάνω στὸ ἄλογό του ἦταν τὸ πρότυπο τοῦ προστάτη. Αὐτὴ ἡ εἰκόνα «μεταφέρθηκε» ἀσυνείδητα στὴν Καρυὰ τῆς Λευκάδας, ὅπου ὁ ἔφιππος ‘’ταχυδρόμος Ἀραβανῆς’’ ἔγινε ἡ καθημερινὴ φιγούρα ποὺ ἔφερνε τὴν ἐλπίδα, ὅπως ὁ Ἅγιος ἔφερνε τὴν προστασία.
Τὸ ἐπώνυμο Ἀραβανῆς εἶναι ἐθνικὸ ὄνομα (δηλωτικὸ καταγωγῆς). Χρησιμοποιοῦνταν ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες τῆς περιοχῆς γιὰ νὰ προσδιορίσουν κάποιον ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Ἀραβάνι (σημερινὸ Ayvalı/Kumluca). Τὸ «Ἀραβανῆς» ἦταν ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο οἱ Καππαδόκες δήλωναν τὴν καταγωγή τους ἀπὸ τὸ συγκεκριμένο χωριό-κοιτίδα τῆς ἱππικῆς τέχνης. Ἐνῷ οἱ κατάλογοι τοῦ 1924 ἀφοροῦν τοὺς πρόσφυγες τῆς Ἀνταλλαγῆς, ἡ ὕπαρξη τοῦ ὀνόματος : Ἀραβανῆς σὲ αὐτοὺς τοὺς καταλόγους ἀποτελεῖ τὴν ἀπόλυτη ἀπόδειξη ὅτι τὸ ἐπώνυμο ἀνήκει στὴν Καππαδοκία. Αὐτὸ ἐνισχύει τὴν ἱστορική μας θέση ὅτι οἱ Ἀραβανῆδες τῆς Λευκάδας εἶναι ἀπόγονοι μιᾶς πολὺ παλαιότερης μετακίνησης ἀπὸ τὸ ἴδιο ἀκριβῶς χωριό. Στὴ Λευκάδα, τὸ ἐπώνυμο Ἀραβανῆς προηγεῖται τῆς Ἀνταλλαγῆς (ὑπῆρχε ἤδη τὸν 18ο-19ο αἰῶνα), γεγονὸς ποὺ ἀποδεικνύει ὅτι κλάδος τοῦ ἐπιθέτρου ἀνήκει σὲ μιὰ πολὺ παλαιότερη μετακίνηση ἀπὸ τὸ ἴδιο χωριό τῆς Καππαδοκίας, διατηρῶντας τὸ ὄνομα «Ἀραβανῆς» ὡς τίτλο καταγωγῆς.
Ἐπίσης, τὸ ὄνομα: Λάζαρος ἐμφανίζεται ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ κυριότερα βαπτιστικὰ ὀνόματα τῶν ἀρχηγῶν οἰκογενειῶν ποὺ ἦρθαν ἀπὸ τὸ Ἀραβάνι τὸ 1924. Στὴν Καππαδοκία, τὸ ὄνομα αὐτὸ δινόταν συχνὰ πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Λαζάρου, ἡ ἀνάσταση τοῦ ὁποίου γιορταζόταν μὲ ἰδιαίτερο τρόπο στὶς ἑλληνόφωνες κοινότητες. Ἡ ὕπαρξη τοῦ συνδυασμοῦ «Λάζαρος Ἀραβανῆς» στοὺς καταλόγους τῶν προσφύγων τοῦ 1924 ἀποτελεῖ τὴν «τελευταία ψηφῖδα» στὸ πὰζλ τῆς καταγωγῆς τοῦ ἐπιθέτου: Ἀραβανῆς. Ἀποδεικνύει ὅτι ἡ οἰκογένεια στὴ Λευκάδα καὶ οἱ πρόσφυγες τοῦ 24 ἔχουν τὴν ἴδια ἀκριβῶς ρίζα. Ἡ μόνη διαφορὰ εἶναι ὁ χρόνος μετακίνησης: ἡ γραμμὴ ἔφτασε στὸ Ἰόνιο αἰῶνες νωρίτερα, ἐνῷ οἱ ὑπόλοιποι παρέμειναν στὴν Καππαδοκία μέχρι τὴν Ἀνταλλαγή.
Ὑπάρχουν λοιπόν ἰσχυρὲς ἐνδείξεις καὶ τοπικὲς παραδόσεις στὴ Λευκάδα ποὺ συνδέουν τὴν οἰκογένεια Ἀραβανῆ μὲ τὴν Καππαδοκία πολὺ πρὶν ἀπὸ τὴν ἐπίσημη Ἀνταλλαγὴ Πληθυσμῶν τοῦ 1924
Ἱστορικὴ Σύνδεση μὲ τὸ «Ἀραβάνειον«: Σύμφωνα μὲ ἔρευνες καὶ στοιχεῖα ποὺ ὑπάρχουν στὸ Κέντρο Καππαδοκιακῶν Μελετῶν καὶ σὲ τοπικὲς καταγραφὲς τῆς Καρυᾶς Λευκάδας, ἀναφέρεται μιὰ πολὺ παλαιότερη μετακίνηση κατοίκων ἀπὸ τὸ χωριὸ Ἀραβάνειον (ἢ Ἀραβανῆ ἢ Ἀραβάνι) τῆς ἐπαρχίας Ἰκονίου πρὸς τὴ Λευκάδα. Αὐτὴ ἡ μετακίνηση τοποθετεῖται ἱστορικὰ ἀρκετὰ πρὶν τὸ 1800, πιθανῶς κατὰ τὴν περίοδο τῶν μεγάλων ἀνακατατάξεων στὴν ὀθωμανικὴ ἐπικράτεια ἢ τῶν βενετοτουρκικῶν πολέμων, ὅταν πληθυσμοὶ ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ ἀναζητοῦσαν ἀσφάλεια σὲ περιοχὲς ὑπὸ ἑνετικὴ κυριαρχία. Ἡ οἰκογένεια Ἀραβανῆ ρίζωσε στὸ ὀρεινὸ κεφαλοχώρι τῆς Καρυᾶς, τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ τὴν «κοιτίδα» τοῦ ὀνόματος στὸ νησί. Ἀπὸ αὐτὸν τὸν κλάδο προῆλθαν (ὅπως ἀναφέραμε) σημαντικὲς προσωπικότητες,: Ὁ Μητροπολίτης Γρηγόριος Ἀραβανῆς (γεννημένος στὴν Καρυά), ὁ ὁποῖος εἶχε ἤδη σημαντικὴ δράση στὰ μέσα τοῦ 19ου αἰῶνα. Ἡ οἰκογένεια τῆς Σοφίας Ἀραβανῆ (1883- 1973), τῆς ὁποίας ἡ παραδοσιακὴ φορεσιὰ ἐκτίθεται στὸ Μουσεῖο Ἑλληνικῆς Λαϊκῆς Τέχνης.
Στὴν ὀνοματολογία, τὸ ἐπώνυμο Ἀραβανῆς ἀποτελεῖ κλασικὸ παράδειγμα ἐθνικοῦ ἐπωνύμου, ὅπου τὸ ὄνομα τοῦ χωριοῦ καταγωγῆς υἱοθετήθηκε αὐτούσιο ὡς οἰκογενειακὸ ὄνομα γιὰ νὰ προσδιορίσει τὴν ταυτότητα τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἔφυγαν ἀπὸ ἐκεῖ. Τὸ ὄνομα προέρχεται ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὸ Ἀραβάνι (Aravan) τῆς Καππαδοκίας, ἕναν ἀπὸ τοὺς ἐλάχιστους ἑλληνόφωνους θύλακες τῆς περιοχῆς. Ἡ παρουσία τοῦ ὀνόματος στὴ Λευκάδα (ὅπου τὸ «Ἀραβανῆς» εἶναι κυρίαρχο στὴν Καρυὰ ἤδη ἀπὸ τὸν 18ο-19ο αἰῶνα) μαρτυρᾶ ὅτι ἡ σύνδεση μὲ τὸ μικρασιατικὸ χωριὸ δὲν ξεκίνησε τὸ 1924, ἀλλὰ ὑπῆρχαν μεμονωμένες μετακινήσεις αἰῶνες νωρίτερα. Ἐνῷ οἱ πρόσφυγες τῆς Ἀνταλλαγῆς πῆραν συνήθως τὸ ὄνομα Ἀραβανίδης (μὲ τὴν ποντιακή/μικρασιατικὴ κατάληξη : ίδης), οἱ παλαιότεροι κλάδοι ποὺ εἶχαν ἤδη ἐγκατασταθεῖ στὴν Ἑλλάδα (ὅπως στὴ Λευκάδα) κράτησαν τὴ μορφὴ: Ἀραβανῆς, ἡ ὁποία ταυτίζεται ἀπόλυτα μὲ τὸ ὄνομα τοῦ χωριοῦ.
Αὐτὴ ἡ «ἀπ’ εὐθείας σύνδεση» οὐσιαστικὰ καθιστᾶ κάθε Λευκαδίτη Ἀραβανῆ ἕναν μακρινὸ ἀπόγονο τῶν Καππαδοκῶν ποὺ μετοίκησαν στὰ Ἑπτάνησα σὲ παλαιότερες, ἀχαρτογράφητες ἱστορικὰ περιόδους. Ὁ πρῶτος οἰκιστὴς ποὺ ἔφτασε στὸ νησὶ (πιθανότατα τὸν 17ο ἢ 18ο αἰῶνα) προσδιορίστηκε ἀπὸ τοὺς ντόπιους ἢ τὶς ἀρχὲς ὡς «ὁ Ἀραβανῆς», δηλαδὴ αὐτὸς ποὺ κατάγεται ἀπὸ τὸ χωριὸ Ἀραβάνι τῆς Καππαδοκίας. Τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ ὄνομα ἐπιβίωσε αὐτούσιο, χωρὶς καταλήξεις, δείχνει πόσο ἰσχυρὴ ἦταν ἡ σύνδεση μὲ τὴν πατρίδα τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ ἐγκατάσταση στὸ ὀρεινὸ ἐσωτερικὸ τοῦ νησιοῦ ἦταν συνηθισμένη γιὰ τοὺς νέους πληθυσμοὺς ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, προσφέροντας ἀσφάλεια ἀπὸ τοὺς πειρατὲς καὶ δυνατότητα γιὰ γεωργία. Αὐτὴ ἡ ἱστορικὴ διαδρομὴ ἀναδεικνύει τούς Ἀραβανῆδες τῆς Λευκάδας ὡς ἕναν ἀπὸ τοὺς παλαιότερους καππαδοκικοὺς κλάδους στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο, πολὺ πρὶν ἡ Καππαδοκία γίνει εὐρύτερα γνωστὴ μέσῳ τῶν προσφύγων τοῦ 24.
Πρώτη Ἐμφάνιση: Τὸ ἐπώνυμο Ἀραβανῆς ἐμφανίζεται συστηματικὰ στὰ νοταριακὰ κατάστιχα (συμβολαιογραφικὰ βιβλία) καὶ στὶς ἀπογραφὲς τῶν Βενετῶν (ὅπως ἡ ἀπογραφὴ Grimani) κατὰ τὸν 18ο αἰῶνα. Οἱ πρῶτες καταγραφὲς ἐντοπίζονται στὴν Καρυά, ἡ ὁποία μετὰ τὸ 1684 ἄρχισε νὰ ἀναπτύσσεται οἰκιστικὰ μὲ τὴν προσέλευση νέων κατοίκων ἀπὸ τὴν ἠπειρωτικὴ Ἑλλάδα καὶ τὴν Ἀνατολή. Στὸ Ἱστορικὸ Ἀρχεῖο Λευκάδας φυλάσσονται ἔγγραφα ποὺ δείχνουν ὅτι ἡ οἰκογένεια εἶχε ἤδη ἰσχυρὴ παρουσία πρὶν τὸ 1800, ἐπιτρέποντας στὸν Γρηγόριο Ἀραβανῆ (γεννημένο στὴν Καρυὰ) νὰ ξεκινήσει τὴν ἐκκλησιαστική του πορεία στὶς ἀρχὲς τοῦ 19ου αἰῶνα (ὑπηρέτησε ὡς Διάκονος ἤδη ἀπὸ τὸ 1815).
Ὑπάρχει καὶ μιὰ πολὺ βαθιὰ καὶ διπλῆ σύνδεση τοῦ χωριοῦ Ἀραβάνι μὲ τὰ ἄλογα, ἡ ὁποία συνδυάζει τὴν ἱστορία της Καππαδοκίας μὲ τὴν ἴδια τήν ὀνομασία τοῦ ζώου στὴν Ἑλλάδα. Σύμφωνα μὲ τὴ γλωσσολογία, τὸ ἄλογο ποὺ εἶχε αὐτὸ τὸ βάδισμα ὀνομαζόταν «ἀραβάνι» ἐπειδὴ ἡ τεχνικὴ αὐτὴ ἦταν χαρακτηριστικὴ τῶν ἀλόγων τῆς Ἀνατολῆς (καὶ συγκεκριμένα τῆς περιοχῆς Aravan).
Ἡ λέξη «ἀραβάνι» χρησιμοποιεῖται μέχρι σήμερα γιὰ νὰ περιγράψει τὸ ἄλογο ποὺ τρέχει μὲ αὐτὸν τὸν ρυθμό. Ὑπάρχει μιὰ σπάνια καὶ ἀρχαία ἑλληνικὴ φυλὴ ἀλόγων ποὺ ὀνομάζεται Ἀρραβανὶ (Arravani).
Τὸ ἐπώνυμό Ἀραβανῆ συμπερασματικὰ δὲν συνδέεται ἁπλῶς μὲ ἕναν τόπο, ἀλλὰ μὲ μιὰ ὁλόκληρη παράδοση ἱππικῆς τέχνης ποὺ ξεκίνησε ἀπὸ τὸ χωριὸ Ἀραβάνι ἢ Ἀραβανῆ καὶ ταξίδεψε μέχρι τὴν Ἑλλάδα. Τὸ χωριὸ Ἀραβάνη (Aravan) βρίσκεται στὴν καρδιὰ μιᾶς περιοχῆς ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα (Πέρσες, Βυζαντινοὶ) ἦταν τὸ κέντρο ἐκτροφῆς τῶν καλύτερων ἀλόγων τῆς αὐτοκρατορίας. Στὴν Ἑλλάδα ἔχει ἀναγνωριστεῖ ἡ φυλὴ ἀλόγων Ἀρραβανί, ἡ ὁποία πῆρε τὸ ὄνομά της ἀπὸ αὐτὸν ἀκριβῶς τόπο και τὸν ἰδιαίτερο βηματισμό.
Θεωρεῖται μιὰ ἀπὸ τὶς ἀρχαιότερες ἑλληνικὲς φυλές, μὲ αἷμα ποὺ κουβαλᾶ τὴν κληρονομιὰ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Τὸ ἐπώνυμο «Ἀραβανῆς» στὴ Λευκάδα λειτούργησε ὡς ταυτότητα γιὰ ἐκείνους ποὺ ἔφεραν μαζί τους τὴ γνώση τῆς ἐκτροφῆς καὶ τῆς ἱππικῆς τέχνης ἀπὸ τὴν «Ἀνατολή». Στὴν παλιὰ ἀγορὰ τῆς Λευκάδας, ὅταν κάποιος ἔλεγε ὅτι ἕνα ἄλογο εἶναι «ἀραβάνι», ἐννοοῦσε ὅτι εἶναι ἄριστης ποιότητας καὶ ἔχει τὸ χαρακτηριστικὸ βάδισμα.
Ἡ οἰκογένεια Ἀραβανῆ φέρει αὐτὸ τὸ ὄνομα ὡς «πιστοποιητικὸ» καταγωγῆς ἀπὸ τὴν κοιτίδα τῶν καλύτερων ἀλόγων τοῦ κόσμου.
Εἶναι ἱστορικὰ ἀκριβές: ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος καὶ οἱ Μακεδόνες ἱππεῖς εἶχαν σὲ τεράστια ἐκτίμηση τὰ ἄλογα τῆς Καππαδοκίας (τὴν ἀρχαία Katpatuka). Ὅταν ὁ Ἀλέξανδρος κατέλαβε τὴν Καππαδοκία, ἐπέβαλε στοὺς τοπικοὺς ἡγεμόνες (ὅπως στὸν σατράπη Ἀριαράθη) ἕναν ἐτήσιο φόρο ποὺ πληρωνόταν σὲ ἄλογα. Ὁ Φόρος στὸν Μ. Ἀλέξανδρο: Μετὰ τὴν ὑποταγὴ τῆς περιοχῆς τὸ 333 π.Χ., ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος ἐπέβαλε στοὺς Καππαδόκες τὴν ὑποχρέωση νὰ παραδίδουν ἐτησίως 1.500 ἄλογα καὶ 2.000 μουλάρια γιὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ στρατοῦ του. Αὐτὴ ἡ «φορολογία σὲ εἶδος» ἐξασφάλισε τὴ συνέχεια τῆς ἐκστρατείας του πρὸς τὴν Ἀνατολή, καθιστῶντας την Καππαδοκία τὴν κύρια «μηχανὴ» παραγωγῆς ἵππων γιὰ τὴν αὐτοκρατορία του.
Συγκεκριμένα, ἡ περιοχὴ ἔστελνε χιλιάδες πολεμικοὺς ἵππους στὸν μακεδονικὸ στρατὸ λόγῳ τῆς ἀντοχῆς τους. Ἂν καὶ ὁ Βουκεφάλας ἦταν Θεσσαλικός, ἡ Καππαδοκία ἦταν ἡ κύρια πηγὴ ἀναπλήρωσης τοῦ Ἑταιρικοῦ Ἱππικοῦ. Τὰ ἄλογα αὐτὰ ἦταν ἰδανικὰ γιὰ τὶς μεγάλες πορεῖες στὴν Ἀσία λόγῳ τῶν σκληρῶν ὁπλῶν τους (δὲν φοροῦσαν πέταλα τότε) καὶ τοῦ σταθεροῦ τους διασκελισμοῦ. Τὸ «Ἀραβάνι» στὴν Ἐκστρατεία: Ὁ ἰδιαίτερος βηματισμὸς (πλαγιοτροχασμὸς) ποὺ χαρακτηρίζει τὰ ἄλογα Ἀρραβανὶ ἦταν πολύτιμος γιὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Ἀλεξάνδρου.

Τὰ ἄλογα μὲ βηματισμὸ ἀραβάνι ἐπέτρεπαν στὸ μακεδονικὸ ἱππικὸ νὰ διανύει τεράστιες ἀποστάσεις στὴν Ἀσία μὲ ταχύτητα, καθὼς ὁ ἀναβάτης παρέμενε σχεδὸν ἀκίνητος στὴ σέλα, ἀποφεύγοντας τὴν κόπωση ἀπὸ τοὺς κραδασμούς. Τοὺς ἐπέτρεπε νὰ μένουν στὴν σέλα γιὰ ὧρες χωρὶς νὰ κουράζονται ἀπὸ τὸ τράνταγμα τοῦ καλπασμοῦ, κάτι κρίσιμο γιὰ τὶς ἀτέλειωτες ἀποστάσεις μέχρι τὴν Ἰνδία.
Ἡ λέξη «ἀραβάνι» ποὺ χρησιμοποιεῖτε στὴ Λευκάδα εἶναι ἡ ζωντανὴ ἐξέλιξη αὐτῆς τῆς ἀρχαίας ἱππικῆς παράδοσης ποὺ ξεκίνησε ἀπὸ τὰ ὀροπέδια τῆς Καππαδοκίας καὶ πέρασε μέσα ἀπὸ τοὺς αἰῶνες στὸ ὄνομα τῆς οἰκογένειας Ἀραβανῆ. Ἡ περιοχή τοῦ Ἀραβάνι ἐκτρέφει τὰ πιὸ ἀνθεκτικὰ ἄλογα, αὐτὰ ποὺ ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος ἐπέλεγε γιὰ τὶς δυσκολότερες ἐκστρατεῖες του στὴν Ἀσία. Ὁ κλάδος τῆς οἰκογένειας ποὺ ἔφτασε στὸ νησὶ αἰῶνες πρίν, κράτησε τὸ ὄνομα αὐτούσιο, μεταφέροντας τὴν ταυτότητα τῆς «Γῆς τῶν Ὄμορφων Ἀλόγων» στὸ Ἰόνιο. Εἶναι ἐντυπωσιακὸ ὅτι στὴν Καρυά, ὅπου ρίζωσε ἡ οἰκογένεια, ἡ παράδοση τῆς ἱππασίας καὶ ἡ χρήση τῶν ἀλόγων παρέμεινε ζωντανὴ μέχρι πολὺ πρόσφατα, τιμῶντας ἀσυνείδητα αὐτὴ τὴν ἀρχαία σύνδεση. Κάθε φορὰ ποὺ ἀκούγεται τὸ ὄνομα Ἀραβανῆς, ἀντηχεῖ ἡ ἱστορία τῶν ἀκριτικῶν συνόρων της Καππαδοκίας καὶ τῆς μακεδονικῆς ἐπέλασης.
Τὰ ἀρχεῖα καὶ οἱ παραδόσεις τῆς Καρυᾶς στὴ Λευκάδα κρύβουν πολύτιμα ψήγματα αὐτῆς τῆς ἱστορίας. Στὴν ὀρεινὴ καρδιὰ τοῦ νησιοῦ, ἡ οἰκογένεια Ἀραβανῆ δὲν μετέφερε μόνο τὸ ὄνομά της, ἀλλὰ καὶ τὸν «ἀέρα» τῆς Ἀνατολῆς. Στὴν τοπικὴ παράδοση τῆς Καρυᾶς, οἱ πρῶτοι οἰκιστὲς μὲ τὸ ὄνομα Ἀραβανῆς περιγράφονταν ὡς ἄνθρωποι ποὺ εἶχαν ἰδιαίτερη σχέση μὲ τὰ ἄλογα. Λέγεται ὅτι οἱ πρῶτοι ποὺ ἦρθαν ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ (τὴν Anatolia τῶν βενετικῶν ἐγγράφων) ἔφεραν μαζὶ τους τεχνικὲς ἐκπαίδευσης ἀλόγων ποὺ ἦταν ἄγνωστες στοὺς ντόπιους, κάνοντας τὸ ὄνομα συνώνυμο τοῦ ἔμπειρου ἱππέα. Στὰ παλιὰ λευκαδίτικα τραγούδια (ἰδιαίτερα στὰ κλέφτικα καὶ τὰ τῆς τάβλας), ἡ λέξη «ἀραβάνι» ἐμφανίζεται συχνὰ ὡς ἐπίθετο θαυμασμοῦ γιὰ τὸ ἄλογο τοῦ ἥρωα: «Στρῶσε μου τὸ ἀραβάνι μου, τὸ γοργοπόδαρό μου…» Ἂν καὶ τὸ τραγούδι ἀναφέρεται στὸ ζῶο, ἡ ταύτιση μὲ τὸ ἐπώνυμο τῆς οἰκογένειας στὴν Καρυὰ ἦταν τόσο ἰσχυρή, ποὺ θεωροῦνταν ὅτι τὸ ἄλογο καὶ ὁ ἀναβάτης (ὁ Ἀραβανῆς) ἦταν ἕνα σῶμα.
Στὴν Καππαδοκία: Ὁ Ἅγιος Γεώργιος καὶ ὁ Ἅγιος Δημήτριο (στὸν ὁποῖο ἦταν ἀφιερωμένη ἡ ἐκκλησία στὸ χωριὸ Ἀραβάνη) ἀπεικονίζονται πάντα ὡς ἔφιπποι. Οἱ Καππαδόκες λάτρευαν τοὺς στρατιωτικοὺς ἁγίους-καβαλάρηδες. Μέχρι καὶ πρὶν λίγες δεκαετίες, στὶς γιορτές τῆς Καρυᾶς, τὰ ἄλογα εἶχαν τὴν τιμητική τους. Οἱ Ἀραβανῆδες πρωτοστατοῦσαν στὶς ἐπιδείξεις, ἐπιβεβαιώνοντας τὸν τίτλο τους ὡς ἀπόγονοι τῆς «Γῆς τῶν Ὄμορφων Ἀλόγων». Στὴ Λευκάδα διοργανώνεται ἀκόμα καὶ σήμερα Γιορτὴ Ἀλόγου, ὅπου οἱ παλιοὶ θυμοῦνται τὶς ἱκανότητες τῶν ἀλόγων αὐτῶν. Στὰ ὀρεινὰ χωριὰ ὅπως ἡ Καρυά, οἱ στάβλοι βρίσκονταν συχνὰ στὸ ἰσόγειο τῶν πέτρινων σπιτιῶν. Οἱ Ἀραβανῆδες, ὡς ἔμπειροι ἐκτροφείς, διατηροῦσαν ἐκεῖ τά «ἀραβάνια» τους, τὰ ὁποῖα ἦταν ἀπαραίτητα γιὰ τὶς μετακινήσεις καὶ τὶς ἐργασίες στὸ νησί.
Διατήρηση τοῦ Ὀνόματος: Ἐνῷ οἱ πρόσφυγες τοῦ 1924 συχνὰ πρόσθεταν καταλήξεις (π.χ. Ἀραβανίδης), ὁ παλαιότερος κλάδος τῆς Λευκάδας διατήρησε ὅπως εἴπαμε τὸ ὄνομα Ἀραβανῆς, τὸ ὁποῖο λειτουργοῦσε ὡς ἐθνικὸ ἢ τοπωνυμικὸ ἐπίθετο ποὺ δήλωνε τὴν καταγωγή τους ἀπὸ τὸ χωριὸ Ἀραβάνη. Αὐτὴ ἡ διατήρηση τῆς ἀρχικῆς μορφῆς τοῦ ὀνόματος (Ἀραβανῆς) εἶναι τὸ κλειδί.
Στὴ γλωσσολογία καὶ τὴν ὀνοματολογία, αὐτὸ τὸ φαινόμενο ὀνομάζεται ἐθνικὸ ἐπώνυμο: τὸ ὄνομα τοῦ τόπου καταγωγῆς μετατρέπεται ἀπ’ εὐθείας σὲ ἐπίθετο γιὰ νὰ δηλώσει τὴν προέλευση τοῦ ἀτόμου στὸν νέο τόπο ἐγκατάστασης. Ἡ ἐμφάνιση τοῦ ἐπωνύμου ἤδη ἀπὸ τὸν 18ο αἰῶνα (καὶ νωρίτερα) ὑποδηλώνει ὅτι ἡ οἰκογένεια ἔφτασε στὸ νησὶ σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ οἱ μετακινήσεις ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ πρὸς τὴν Δύση γίνονταν συχνὰ μέσῳ τῶν ἐμπορικῶν δρόμων τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας ἢ λόγῳ τῶν βενετοτουρκικῶν συρράξεων.
Ἡ ἐγκατάσταση στὴν ὀρεινὴ Καρυὰ βοήθησε στὴ διατήρηση τοῦ ὀνόματος ἀναλλοίωτου, μακριὰ ἀπὸ τὶς γλωσσικὲς ἐπιρροὲς ποὺ δέχτηκαν ἀργότερα οἱ πρόσφυγες τοῦ 1924 (οἱ ὁποῖοι συχνὰ «ἐκσυγχρόνισαν» τὰ ὀνόματά τους μὲ καταλήξεις ὅπως –ίδης).
Τὁ γεγονὸς ὅτι μέλη τῆς οἰκογένειας κατέλαβαν ὑψηλὲς θέσεις (ὅπως ὁ Μητροπολίτης Γρηγόριος) δείχνει ὅτι ἡ ἐνσωμάτωσή τους στὴ λευκαδίτικη κοινωνία εἶχε ὁλοκληρωθεῖ πολὺ πρὶν ἀπὸ τὶς μεγάλες προσφυγικὲς ροὲς τοῦ 20οῦ αἰῶνα. Αὐτὴ ἡ σύνδεση ἀναδεικνύει μιὰ ἀόρατη γέφυρα μεταξὺ τῆς κεντρικῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ τῶν Ἰονίων Νήσων, ποὺ προηγεῖται κατὰ πολὺ τῆς Μικρασιατικῆς Καταστροφῆς. Τὁ ὄνομα: Λάζαρος ὅπως εἴπαμε ἔχει βαθιὲς ρίζες στὴ Μικρὰ Ἀσία καὶ τὴν εὐρύτερη Ἀνατολή, καθὼς συνδέεται ἄρρηκτα μὲ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση τῆς περιοχῆς. Τὸ ὄνομα εἶναι ἑλληνικὴ ἀπόδοση τοῦ ἑβραϊκοῦ Eleazar (Ἐλεάζαρ), ποὺ σημαίνει : «ὁ Θεὸς ἔχει βοηθήσει» , ἢ : ΕΧΕΙ Ο ΘΕΟΣ. Ἦταν ἐξαιρετικὰ κοινὸ βαπτιστικὸ ὄνομα στοὺς ἑλληνορθόδοξους πληθυσμούς τῆς Καππαδοκίας. Πολλὰ ἐπώνυμα προσφύγων ποὺ κατέληξαν στὴν Ἑλλάδα τὸ 1924 (ὅπως Λαζαρίδης, Λαζάρου, Λάζαρης) προέρχονται ἀπὸ αὐτὸ τὸ ὄνομα. –

Ὁ Παπποῦς μου ΛΑΖΑΡΟΣ ΑΡΑΒΑΝΗΣ (παρατσούκλι: Μορταζάς) .
Με Εκτίμηση
Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ-ΕΡΕΥΝΗΤΗΣ
ΛΑΖΑΡΟΣ ΑΡΑΒΑΝΗΣ
