
Κάτι σα βαθύλακκος, λίγο πάνω από την Καρυά. Μια επίπεδη έκταση λίγων στρεμμάτων χωρισμένη σε κομμάτια, που περιβάλλεται εν μέρει από πλαγιές με αναβαθμίδες. Είναι χρονιές που τμήματα αυτής της έκτασης καλλιεργούνται με φακή και συνήθως το Μάιο η φύση στρώνει τα πολύχρωμα “χαλιά” της. Αυτά τα πολύχρωμα “χαλιά” είναι που τραβάνε την προσοχή του, και κάθε χρόνο τέτοια εποχή επισκέπτεται αυτό το βαθύλακκο με τις ξερολιθιές τριγύρω. Και μέσα σ’ αυτόν τον “πίνακα” από χρώματα και ξερολιθιές, κάπου σε μια άκρη, ένας σωρός από πέτρες, ένας βολιός.
Στο Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος – Πανταζής Κοντομίχης, διαβάζουμε: «βολιός (ο), σωρός λιθαριών στα χωράφια, αμπέλια κ.λ.π. Όταν γίνεται τακτοποίηση του κτήματος ή όταν σκάβουν (ξεχωνιάζουν) βαθιά για να φυτέψουν αμπέλι. Τότε όλες τις πέτρες που βρίσκουν κατά το σκάψιμο, τις σωριάζουν σε μια γωνιά και κάνουν βολιό».
«Ένας βολιός μέσα στο “χαλί” με τις μαργαρίτες! Ίσα για να μου χαλάει τη φωτογραφία.» σκέφτηκε. «Από πέτρες, άλλο τίποτα σε τούτα τα κατσάβραχα!». Και κάπου εκεί ήρθε η αναλαμπή. Και δαγκώθηκε. Μέσα σ’ ένα βαθύλακκο της ορεινής Λευκάδας που η μια πέτρα είναι κυριολεκτικά πάνω στην άλλη, ήρθε η αναλαμπή.
«Φίλε συνοδοιπόρε! Συνοδοιπόροι από τη στιγμή που γεννήθηκες μέχρι το τέρμα!
Αυτός ο σωρός από πέτρες που είναι μπροστά σου, αυτός ο βολιός, που σου χαλάει τη φωτογραφία με τις μαργαρίτες, είναι στην πραγματικότητα μνημείο. Ναι, καλά άκουσες, μνημείο. Μνημείο του αγώνα για επιβίωση που έδωσαν οι προηγούμενες γενιές σε τούτο το ξερότοπο. Κάποιοι έσκαψαν, ξεχώνιασαν με μπάλο, με μυτοτσάπι και με χέρια τα κατσάβραχα, και με ότι λιθάρι βρήκαν, έστησαν λιθιές για να φυτέψουν στο λιγοστό χώμα αμπέλια και να σπείρουν σιτάρια και όσπρια. Κι όταν οι λιθιές δε χωράγανε άλλες πέτρες, αυτές που περίσσεψαν απ’ το ξεχώνιασμα τις στοιβάξανε σε ένα βολιό στην άκρη του χωραφιού.
Συνοδοιπόρε, βλέπεις τα υπολείμματα απ’ τα κλήματα στις άκρες του χωραφιού; Αυτό σημαίνει ότι κάποιοι, κάποτε, όταν ξαλάφρωσαν τούτο το χωράφι απ’ τις πέτρες φυτέψανε εδώ αμπέλι. Ίσως βερτζαμί, ίσως κάτι άλλο, δεν έχει σημασία. Με λίγο κρασί να μετριάζουνε τις πίκρες τους και να πολλαπλασιάζουνε τις χαρές τους.
Τους φώναζε η ζωή: «Παρατήστε τα ρε! Τι παλεύετε σε τούτο το ξερότοπο; Μάταιος κόπος!» Κι αυτοί τη γράφανε στα παλιά τους τα παπούτσια, της ρίχνανε δυο μούντζες, σφίγγανε τα δόντια και συνεχίζανε. Με ήλιο και με βροχή, με κάμα και με κρύο, αυτοί εκεί, σφίγγανε τα δόντια και συνεχίζανε. Ματώνανε τα χέρια τους από τις πέτρες και τους ασφελαχτούς, κι αυτοί εκεί, σφίγγανε τα δόντια και συνεχίζανε.
Και τα καταφέρανε, συνοδοιπόρε! Επιβιώσανε. Κι όχι μόνο επιβιώσανε, αλλά παντρέψανε και κόρες, σπουδάσανε παιδιά. Ποιοι νομίζεις ότι σου στρώσανε εσένα το δρόμο ώστε να έχεις την ευχέρεια να τριγυρνάς στα χωράφια και να μου φωτογραφίζεις μαργαρίτες; Ε; Κατάλαβες συνοδοιπόρε γιατί αυτός ο σωρός από πέτρες είναι στην πραγματικότητα μνημείο;»
Μια αναλαμπή μέσα σ’ ένα βαθύλακκο της ορεινής Λευκάδας με τις ξερολιθιές τριγύρω. Δεν έβγαλε μπαμπαξά! Άχνα! Έκοψε με τη χούφτα του ένα ματσάκι μαργαρίτες απ’ το “χαλί” που ήτανε στρωμένο στα πόδια του και τ’ ακούμπησε πάνω στο βολιό.
Κείμενο φωτογραφείς κ. Κωνσταντίνος Κατωπόδης




