ΜΝΗΜΕΣ ΑΠΟ ΜΙΑ ΛΑΜΠΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΥ

Γράφει ο κ. Χρ. Γιάννης Φουρλάνος.
Δάσκαλος – Θεολόγος.

Η εικόνα μιας πετρελαιόλαμπας που με χιουμοριστικό τρόπο
σχολίαζε τις τιμές των καυσίμων, έφερε πολλά στο μυαλό μου και με
ταξίδεψε στη Λευκάδα των παιδικών μου χρόνων.
Είχα την τύχη (το εννοώ αυτό) να περάσω τα παιδικά μου
χρόνια χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα. Έτσι ο φωτισμός του σπιτιού, ιδίως το
βράδυ, ήταν εντελώς διαφορετικός. Φυσική φλόγα από το τζάκι,
λυχνάρι και πετρελαιόλαμπα, η οποία δεν ήταν πάντα δεδομένη, διότι
έπρεπε να αγοραστεί το πετρέλαιο.
Θυμάμαι τη μυρωδιά από το φωτιστικό πετρέλαιο, όταν έκαιγε
η λάμπα. Το πετρέλαιο τότε ήταν προϊόν του «ελληνικού
μονοπωλίου» όπως και άλλα προϊόντα (σπίρτα, οινόπνευμα, τσιγάρα,
αλάτι,…). Για όσους δε θυμούνται μετά την ήττα της Ελλάδας στον
ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 και την πτώχευση της Ελλάδας επί
Χαριλάου Τρικούπη επιβλήθηκε πρώτα πολεμική αποζημίωση στην
Ελλάδα. Λεφτά φυσικά δεν υπήρχαν, οι σύμμαχοι δάνεισαν την
Ελλάδα και επέβαλαν οικονομικό έλεγχο. Το ελληνικό μονοπώλιο
διακινούσε αποκλειστικά κάποια προϊόντα για να εξασφαλίσουν οι
δανειστές τα χρήματά τους κι εμείς τη φτώχεια μας.
Επανέρχομαι στη λάμπα. Κάθε βράδυ ήταν μια ολόκληρη
ιεροτελεστία το άναμμά της. Πρώτα έπρεπε να καθαριστεί το
λαμπογυάλι. Έπρεπε να φύγει η κάπνα της προηγούμενης ημέρας.
Ήταν μια δουλειά φαινομενικά εύκολη, αλλά λεπτή, διότι πολλές
φορές το λαμπογυάλι έσπαγε και τότε …
Η λάμπα και το τζάκι ήταν ο φωτισμός του σπιτιού. Η μάνα
παράλληλα με το βραδινό φαγητό έκανε και όσες άλλες δουλειές του
σπιτιού μπορούσε.
Για τα παιδιά ήταν ώρα μελέτης. Όχι βέβαια όχι ασχολούμαστε
και σοβαρά με το σχολείο, αλλά τουλάχιστον μια αντιγραφή. Από τα
άλλα ό,τι θυμόμαστε.

Η μυσταγωγία της λάμπας ήταν στο βραδινό φαγητό. Το
τραπέζι με τα κοντά πόδια ήταν κρεμασμένο στον τοίχο. Το
στρώναμε υπό το φως της πετρελαιόλαμπας και περιμέναμε.
Θα ερχόταν ο πατέρας από το μαγαζί. Έτσι λέγαμε στη Νότια
Λευκάδα το καφενείο. Το μαγαζί ήταν αποκλειστικά για τους άντρες.
Για τις γυναίκες ήταν απαγορευμένο.
Ο πατέρας λοιπόν ερχόταν. Πολλές μαζί του ερχόταν και μια
μικρή σοκολάτα, ή κάποια άλλη λιχουδιά για το παιδί. Χαράς
ευαγγέλια, διότι αυτά ήταν σπάνια είδη τότε. Η οικογένεια περίμενε
να φάνε όλοι μαζί, διότι πολλές φορές αυτό ήταν το κύριο γεύμα της
ημέρας, αφού το μεσημεριανό συνήθως γινόταν όπως – όπως στο
χωράφι.
Μετά το φαγητό και με τη μυσταγωγία του φυσικού – χαμηλού
φωτός, παραμέναμε για να πούμε και τα νέα της ημέρας. «Το δελτίο
ειδήσεων» κατά κάποιο τρόπο. Ακολουθούσε ο προγραμματισμός της
επόμενης μέρας. Ακόμα και τα νέα του σχολείου που είχαμε να πούμε
εμείς τα παιδιά. Τι νέα δηλαδή, ποιος έφαγε ξύλο!
Ιδιαίτερα ωραία ήταν όταν η οικογένεια ήταν πιο μεγάλη, αν
υπήρχε ο παππούς και η γιαγιά με τις ωραίες – ατελείωτες ιστορίες,
αν και πολλές φορές και με τους γραφικούς καυγάδες. Οι σχέσεις
πεθεράς – νύφης, πεθεράς – γαμπρού, δεν πάντα οι πιο αγαθές.
Ωραίες στιγμές θα μπορούσε να διηγηθεί μια πετρελαιόλαμπα,
όταν στηνόταν μια βεγγέρα. Ένας φίλος, γείτονας ή κάποιος
συγγενής, μπορούσε ν’ αλλάξει την ατμόσφαιρα.
Το νέο πρόσωπο εύκολα μπορούσε να προσθέσει ζωντάνια.
Νέα, ιστορίες, αστεία παθήματα κάποιων συγγενών ή φίλων. Ιστορίες
που τις είχαμε ακούσει πολλές φορές, αλλά πάντα μάς άρεσε να τις
ακούμε. Κάθε φορά ήταν σαν να ήταν η πρώτη φορά. Πάντα υπήρχε
και το ενδιαφέρον για τις αστείες ιστορίες, διότι πολλές φορές τις
διηγούνταν με μια νέα εκδοχή.
Πέραν τούτων δεν έλειπε και το τραγούδι. Όλα αυτά υπό το
αλλιώτικα ζεστό φως της πετρελαιόλαμπας.

Σ’ αυτό βέβαια συνέβαλε και το κρασί από το αμπέλι που είχαν όλα τα σπίτια και η καλή
καρδιά.
Η πετρελαιόλαμπα έφτιαχνε το κέφι, αλλά πολλές φορές
δημιουργούσε και δύσκολες καταστάσεις. Πολλές φορές ιδιαίτερα
στις βραδινές βεγγέρες χρειαζόταν λίγο κρασί ακόμα.
Ακολουθούσαμε το δρόμο προς το καρατέλο (κρασοβάρελο). Ο
δρόμος δεν ήταν ιδιαίτερα φωτεινός. Παίρναμε μαζί μας τη λάμπα,
της οποίας το φως συνήθως δεν επαρκούσε για να βλέπουμε τι
ακριβώς γίνεται με το βαρέλι.
Έτσι πολλές φορές ο πίρος δεν έμπαινε στη θέση και το
καρατέλο δεν έκλεινε. Το κρασί χυνόταν. Ακολουθούσε μεν γκρίνια
για τον αίτιο, αλλά το κέφι δε χάλαγε.
Τα χρόνια πέρασαν. Το ηλεκτρικό έσβησε το φως της
πετρελαιόλαμπας, όχι όμως τη θαλπωρή που άφησε το φως της το
οποίο ήταν μεν λιγοστό, αλλά με πολλές ελπίδες.

Χρ. Γιάννης Φουρλάνος.
Δάσκαλος – Θεολόγος.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s