ΠΙΚΡΟΓΛΥΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ του Ανδρέα Σταύρακα

O ΠΑΙΔΟΝΟΜΟΣ

Γράφει ο κ. Ανδρέας  Σταύρακας

Το χωριό μου η Καρυά τη δεκαετία του τριάντα ήταν κωμόπολη, είχε περίπου τρεις χιλιάδες κατοίκους και στο σχολείο ήμαστε τετρακόσα περίπου παιδιά.

Τα παιδιά τότε, προπαντός το καλοκαίρι, δεν έπρεπε να πηγαίνομε στην πλατεία γιατί ενοχλούσαμε τους παραθεριστές και γενικά τους ντόπιους που έκαναν τη βόλτα τους από το ρολόι έως έξω από το χωριό. Άσε που οι γυναίκες, προπαντός οι κοπέλες, από το επάνω και το κάτω χωριό περνούσαν από την αγορά με τις βαρέλες ή τις τεντζερέδες στο κεφάλι που πήγαιναν στη βρύση να πάρουν δήθεν νερό, με σκοπό να δουν, ή να τις δει κάποιο αγόρι.

Οι γυναίκες του χωριού τότε δεν έβγαιναν στην πλατεία, θεωρούνταν ατόπημα, μόνο οι ξένες γυναίκες που παραθέριζαν στο χωριό κάθονταν, προπαντός τα βράδια, με την πολύ ζέστη, ή στα καφενεία ή έκαναν βόλτες στο δρόμο της αγοράς.

Εμείς τα παιδιά θέλαμε να πηγαίνομε στην πλατεία, γιατί πάνω στα πλατάνια υπήρχαν χιλιάδες πουλιά που έρχονταν το βράδυ και κούρνιαζαν, εμείς με τη λαστικέρα <ένα δίχαλο ξύλο δύο ελαστικά και ένα μικρό δέρμα που βάζαμε μια μικρή πέτρα> τεντώνοντας τα ελαστικά έφευγε η πέτρα και σκότωνε το πουλί. Οι πέτρες όμως πότε έπεφταν πάνω στα κεφάλια των θαμώνων, πότε στα κεραμίδια των γύρω σπιτιών, και οι διαμαρτυρίες από τους καφετζήδες και από τους ιδιοκτήτες των σπιτιών ήταν έντονες.

Έτσι η κοινότητα, ειδικά τα καλοκαίρια, διόριζε έναν παιδονόμο, έβρισκε κάποιον αυστηρό χωριανό που δεν λογάριαζε ούτε τα δικά του παιδιά. Έπαιρνε ο παιδονόμος στο χέρι του ένα καμτσίκι σαν αυτά που έχουν οι καραγωγείς για να χτυπάν τα άλογα και μας χτυπούσε ειδικά στα πόδια και επί δύο βδομάδες φαίνονταν οι χαρακιές στα ποδάρια μας.

Όταν έβλεπαν οι γονείς μας τις χαρακιές στα πόδια μας, μας έδερναν γιατί το θεωρούσαν προσβολή που κάναμε τέτοια σοβαρά ατοπήματα, άσε που όταν μάλωναν οι γειτόνισσες για κάποιο μικρό νιτερέσο, μεταξύ των άλλων προσβλητικών εκφράσεων, αναφέρονταν και το παιδί που το είχε χτυπήσει ο παιδονόμος.

Υπήρχαν και τότε όπως και σήμερα ζωηρά και καλομαθημένα παιδιά που οι γονείς τους και προπαντός η μάνα, τους δικαιολογούσαν κάθε είδους ατόπημα, γι’ αυτό δεν λαγάριζαν ούτε τον παιδονόμο.Κάποιο βράδυ δύο από τα παιδιά αυτά, κατέβηκαν στην πλατεία, κάθισαν σε κάποια γωνία και από κει σημάδευαν και χτυπούσαν τα πουλιά, ο παιδονόμος πήγε από το πίσω δρόμο και με το καμτσίκι τους έκανε τα πόδια όλο χαρακιές. Τις βρισιές και τις κατάρες των γονιών τους δεν τις λογάριαζε ο παιδονόμος, όλο το χωριό ήταν υπέρ του και από το νόμο ήταν καλυμμένος, δεν ήταν όπως σήμερα που αν αγγίξεις κάποιο παιδί βρίσκεσαι στο εδώλιο.

Ο παιδονόμος από το τρέξιμο κουράζονταν πολύ, γι’ αυτό σε κάποιο πεζούλι είχε άτυπα μια θέση που κάθονταν λίγο να ξεκουράζεται, όλοι έλεγαν «η θέση του παιδονόμου» και ήταν πάντα αδειανή.Στο χωριό τότε υπήρχαν πολλά τσαγκάρικα, μεταξύ των υλικών που χρειάζονταν για τα παπούτσια χρησιμοποιούσαν και μια κόλα που την έλεγαν τσιρήση, ήταν πολύ ισχυρή κόλα που κολλούσαν τα ψιλά τακούνια στα γυναικεία παπούτσια και τις ποντίνες από τα παπούτσια των μερακλήδων.Τα δύο εκείνα παιδιά που τα είχε δείρει ο παιδονόμος, έψαχναν να βρουν τρόπο για να τον εκδικηθούν, σκέφτηκαν να βάλουν μικρά καρφάκια με μεγάλο κεφάλι που οι τσαγκάρηδες τα έβαζαν στα άρβυλα, αλλά σκέφτηκαν μήπως τα έβλεπε ο παιδονόμος ή κάποιος περαστικός και αποτύχει η προσπάθεια. Έτσι σκέφτηκαν την κόλα.

Κάποιο βράδυ μπήκαν από τη πίσω πόρτα που ήταν σάπια στο κάτω μέρος στο τσαγκάρικο του μπάρμπα Βασίλη και πήραν το κουτάκι με την κόλα.Κάποιο απόγευμα που δεν είχε βγει ακόμη ο κόσμος στην πλατεία και ο παιδονόμος γύριζε στις γειτονιές, γιατί τα παιδιά ξάφριζαν από τα σπίτια ό,τι έβρισκαν, σταφύλια, μούρα, μύγδαλα πετώντας πέτρες στις μυγδαλιές και όχι μόνο. Τα δύο παιδιά πήγαν από την κάτω μεριά της πλατείας που το τοιχίο είναι δυο περίπου μέτρα ύψος, καβάλησε το ένα το άλλο και άλειψαν το πεζούλι με την κόλα.

Ήρθε ο παιδονόμος και κουρασμένος όπως ήταν που είχε γυρίσει το μισό χωριό, πήγε και κάθισε στην ορισμένη θέση, σε κάμποση ώρα που άρχισε να έρχεται ο κόσμος στην πλατεία προσπάθησε να σηκωθεί, το παντελόνι ήταν κολλημένο. Βάζει το χέρι του να τραβήξει το παντελόνι και έπιασε την κόλα, όσο και να προσπάθησε να ξεκολλήσει το παντελόνι του δεν τα κατάφερε, έκανε νόημα στον διπλανό πλησίασε έκανε προσπάθειες κ’ αυτός δεν ξεκολλούσε. Σε λίγο το πήραν είδηση μερικοί που ζήλευαν τον παιδονόμο που έπαιρνε ένα καλό μεροκάματο και άρχισαν τα γέλια.

Ο παιδονόμος έξυπνος όπως ήταν δεν έκανε καμία άλλη προσπάθεια για να μην το πάρουν είδηση οι κόνσολοι και γίνει ρεζίλη στους τουρίστες και όχι μόνο. Κάθισε έως τα μεσάνυχτα στην ίδια θέση και όταν άδειασε η πλατεία έβγαλε το παντελόνι και το εσώρουχο και φόρεσε αυτό που του είχε φέρει κάποιος από το σπίτι και έφυγε ο δόλιος ο παιδονόμος.

Αυτά και άλλα πολλά γίνονταν τότε από τα παιδιά αφού δεν είχαν κλάμπ και ντίσκο για να ξεδώσουν.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s