Σκόρπιες μνήμες..


Γράφει η κ.
Κτενά Ρούλα

Ήταν αυτό που λέμε ψηλοτάβανο,αν και δεν ξέρω πώς ένα σπίτι είναι ψηλοτάβανο όταν δεν έχει ταβάνι.

Η κεραμοσκεπή περίτεχνα δουλεμένη και τα κόκκινα κεραμίδια τοποθετημένα στην σειρά στηρίζονταν σε ξύλινα καδρόνια και τάβλες .

Όταν ο καιρός χάλαγε τα κεραμίδια,τα έσερνε* ο Θανάσης με τον φίλο του τον Γιώργο, όπως και τα κεραμίδια στα υπόλοιπα σπίτια του χωριού.

Βλέπεις,ήταν μαστόροι στο σύρσιμο* οι δυό φίλοι, όπως ήταν και στα χωρατά και όλοι τους αγαπούσαν και τους προτιμούσαν για τις σκεπές τους.

Καδρόνια πελεκημένα στο χέρι και καβαλάρηδες ήταν το ταβάνι του.

Σάν άκουγα καβαλάρηδες, έψαχνα ψηλά να δω άλογα να τρέχουν στην σκεπή και καβαλάρηδες να τα ιππεύουν…. φαντασία μου πλανεύτρα….

Η κεντρική πόρτα οδηγούσε στο πόρτγο* όπου και όλα τα ενδιαφέροντα του σπιτιού.

Ένα ντιβάνι στην γωνία …. όπου κοιμόταν ο μεγάλος*…,το τραπέζι που έτρωγαν οι γονείς και οι επισκέπτες τις καλές* μέρες,το παραγώνι* στην άλλη γωνία που μας πρόσφερε την απαιτούμενη ζεστασιά…..από μπροστά, γιατί από πίσω,οι πλάτες πάντα δροσερές έμεναν…

κι όλο να μας φωνάζουν να μην πυρώνουμε τα πόδια γιατί θα βγάλουμε φορδακλάδες*.

Και στην κατακόκκινη θράκα ,να μοσχοβολούν οι προμάδες* που σαν τις έβρεχες με λαδάκι και κρασί,ανασταίνονταν και οι αποθαμένοι..

Στην αριστερή πλευρά δυό κάμαρες,η μία για την βαβά *μας και η άλλη για τον πατέρα και την μάνα. Οι υπόλοιποι, στρωματσάδα* σαν έρχονταν η ώρα του ύπνου.

Τα τραμέτζα* με λάσπη , σπάρτα και καλάμια ,πάντα ασβεστωμένα και καθαρά ενώ ο εξωτερικός τοίχος πέτρινος,βασταγερός*.

Το ξύλινο πάτωμα, επέτρεπε στον αέρα απ’το κατώϊ να περνά και να παίζει με τις κουρελούδες ανασηκώνοντάς τες σε χορευτικές φιγούρες.

Έξω ,το μικρό χαγιάτι σκεπασμένο από την κληματαριά , πρόσφερε σκιά και δροσιά τις μέρες του καλοκαιριού.

Από κάτω,η αυλή που δέναμε την φοράδα μας να ξεκουραστεί σαν γύριζε από το χωράφι φορτωμένη, το μέρος* και το κατώι χωρισμένο στον μπλοκό* και στο μέρος όπου φυλάγονταν τα ξύλινα βαρέλια με το κρασί και η πύλα με το λάδι της χρονιάς.

Μεζονέτα όπως θα λέγαμε σήμερα, το σπίτι ήταν κληρονομιά της μάνας .

Γονείς δεν γνώρισε μα, ήταν κληρονόμα,μοναχοκόρη και μοναχοπαίδι.

Δωμάτια πολλά δεν είχε το σπίτι,ζούσαν όμως εκεί δέκα νοματέοι* κατά καιρούς και περισσότεροι.

Οχτώ παιδιά απέκτησαν, ο Θανάσης και η Διαμάντω…τα ζωντανά μόνο μετράω..και αντιλαλούσε το χωριό τα καλοκαίρια σαν ξεχύνονταν στους δρόμους μαζί με τα παιδιά των γειτόνων.

Όλο το χωριό,μια γειτονιά ήταν,μια οικογένεια,μια παρέα μια αγκαλιά!

Άλλες εποχές! Όλοι μοιράζονταν τις ίδιες έγνοιες ,τις ίδιες χαρές,τις ίδιες λύπες,είχαν τα ίδια όνειρα..

Και τα βράδυα του καλοκαιριού,όταν η πιτσιρικαρία χάλαγε τον κόσμο, οι μεγάλοι μαζεύονταν να μιλήσουν για τις δουλειές τους,να χορέψουν,να τραγουδήσουν,να μοιραστούν ιστορίες και ανέκδοτα,να πειράξουν ο ένας τον άλλο.

Σάν χειμώνιαζε όμως,οι συγκεντρώσεις γίνονταν ολιγομελείς και μοιράζονταν από σπίτι σε σπίτι.

Τότε,οι μεγάλοι μιλούσαν και οι μικροί τους άκουγαν με ανοιχτά τα στόματα μέχρι να νιώθουν τα μάτια να βαραίνουν.

Άλλες φορές κάναμε τραμπάλα σε μια αυτοσχέδια κούνια αποτελούμενη από ένα χοντρό σχοινί,που κρέμονταν από τον καβαλάρη του σπιτιού.

Σάν τώρα θυμάμαι να με σπρώχνει ο μεγάλος και να ανεβαίνω ψηλά,πάνω απ’το ντουλάπι με τα πιατικά. Κι όλο να φοβάμαι και να σφίγγεται το στομάχι,κι όλο να φωνάζω πιο ψηλά,πιο ψηλά… πουλί χωρίς φτερά ,να πετώ ψηλά ως την σκεπή…

Να,και η γάτα μας που βολευόταν μόνο στον μπότη* και όλο την κυνήγαγε η Αναστασία με την σκούπα γιατί βρόμιζε το αλάτι.

Να,η Ζωή η μεγάλη μας, που γινόταν η μάνα όταν οι γονείς έλειπαν στις ελιές.

Η Έλλη,ο Νικολής μας ,η μικρή μας η Γιαννούλα,η αφεντιά μου,που όλο έκλαιγα και με παρηγορούσαν οι υπόλοιποι,ο μεγάλος μας ο Λουκάς που όλο με σήκωνε στους ώμους να φτάνω στον αριστολόγο* που φύλαγε η μάνα το ψωμί.

Πάντα από το πλάνο έλειπε ένας, ο Σοφρώνης,ο ξενιτεμένος,που για πολλά χρόνια ,μόνο ακουστά τον είχα.

Να ,η βαβά μας που μας κυνήγαγε με το μπαστούνι να μην τρώμε το καρβέλι.

Να,το φεγγάρι,που ολοένα και τρυπώνει από τις γρίλιες.

Το σπίτι μας,το σπίτι που μεγάλωσα,το σπίτι που, εκτός από εμάς, κατοικούσε η αγάπη,η ξεγνοιασιά,η αθωότητα…

Ένα σπίτι που από τις χαραμάδες,έμπαιναν ο ήλιος,ο αέρας και ο θεός….

*Σύρσιμο : μια έκφραση που χρησιμοποιούσαν για την επισκευή των κεραμιδιών της σκεπής

*Καλές μέρες: οι μέρες των γιορτών

*Φορδακλάδες: ονόμαζαν τις κοκκινίλες στα πόδια όταν ζεσταίνονταν πολύ από την φωτιά

*Στρωματσάδα: στρωμένα ρούχα για ύπνο στο πάτωμα

*Πόρτγο: ο μεγάλος ανοιχτός χώρος του σπιτιού

*Βαβά: η γιαγιά

*Βασταγερός: ανθεκτικός

*Τραμέτζα: οι εσωτερικοί τοίχοι

*Προμάδες: φρυγανισμένο ψωμί

*Μπλοκός: ο χώρος που φύλαγαν το άχυρο και φιλοξενούσε το άλογο

*Μπότης: πήλινο δοχείο που αποθήκευαν χοντρό αλάτι

*Αριστολόγος: ντουλάπι με σήτα που το κρεμούσαν ψηλά και φύλαγαν τρόφιμα

*μέρος: η τουαλέτα

*Νοματέοι: άτομα

*Μεγάλος: ο μεγάλος αδελφός

*Παραγώνι: τζάκι χωρίς καμινάδα

Οι ερμηνείες,είναι όπως εγώ τις θυμάμαι.

Κτενά Ρούλα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s